Έριδες κι αέρηδες…ο πατέρας
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Τα είκοσι χρόνια πέρασαν με χρώμα γκρίζο. Το χαμόγελο δεν υπάρχει πια. Κανείς δεν μπορεί να τον θυμηθεί γελαστό. Ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να θυμηθεί τον εαυτό του χαρούμενο.
Σταμάτησε να πηγαίνει στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Ούτε το Πάσχα. Μόνο έπαιρνε εκείνο το πρασινωπό βιβλιαράκι με τον κόκκινο σελιδοδείκτη που περιείχε τις θείες λειτουργίες με πολύ μικρά γράμματα. Άνοιγε την τηλεόραση, έβαζε την θεία λειτουργία, φορούσε τα γυαλιά πρεσβυωπίας και διάβαζε. Στην αρχή μόνο διάβαζε με τη σκέψη. Μετά απλά διάβαζε με χαμηλή φωνή. Τα χρόνια πέρασαν και έμαθε να ψέλνει. Ο πατέρας έγινε ψάλτης καλός.
Μία βροχερή γκρίζα Κυριακή του Φεβρουαρίου επέστρεψε στην Εκκλησία. Οι γνωστοί τον είδαν ξανά και άρχισαν οι ψίθυροι. Τους αγνόησε χωρίς να δείξει κανένα σημάδι δυσφορίας. Η εσωτερική διεργασία της ψυχής του, είχε βγάλει ετυμηγορία γι’ αυτό που συνέβη πριν είκοσι χρόνια. Δεν θα λογοδοτήσει σε κανέναν από αυτούς που βλέπει γύρω του.
Περίμενε υπομονετικά να τελειώσει η θεία λειτουργία. Συνάντησε τον εφημέριο και κάτι του είπε στο αυτί. Ο εφημέριος τον φίλησε και τον παρακάλεσε να κάτσει δίπλα του στον καθιερωμένο καφέ. Όταν όλοι έφυγαν κι έμειναν οι δυο τους, εξομολογήθηκε. Δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο πια, θα γίνει ψάλτης στην εκκλησία, χωρίς αμοιβή.
Ο Γιάννης ξεκίνησε να βγαίνει πιο συχνά έξω. Επέστρεψε στο καφενείο. Ήταν πάντα σοβαρός, σταμάτησε να παίζει χαρτιά και τάβλι. Απολάμβανε μόνο τον καφέ του και διάβαζε εφημερίδα. Είχε πλέον κύρος, ήταν ψάλτης καλός.
Δύο μήνες πέρασαν και έφτασε το Πάσχα. Τη βραδιά της Ανάστασης έψαλε με έναν μοναδικό, ανατριχιαστικό και πανηγυρικό τρόπο. Κι όσο έψελνε τόσο σκεφτόταν τον Βασίλη, τον υιό του. «Ο γιος μου ζει…το ξέρω γιατί το νιώθω…»
Χριστός Ανέστη…

Συνεχίζεται…