Φρέσκα

Ο μασκαράς

του Αργύρη Νικολάου

 

Η μάσκα που φορούσες δεκαετίες είχε πολλά πλεονεκτήματα και μόνο ένα μειονέκτημα. Τα πλεονεκτήματα πρώτα: Ήταν πάμφθηνη, την έβρισκες παντού -το κράτος ήταν ο μέγας χορηγός- ήταν αυτή με την οποία αναγνώριζε τους ψηφοφόρους της, τους ευνοούμενούς της, τους υπηρέτες της, έτσι αναγνώρισε και σένα και σ’ έκανε διευθυντή, σύμβουλο, συντονιστή εκπαίδευσης, ήταν αυτή –ω χαρά μεγάλη- που φορούσε η μεγάλη πλειοψηφία.
Είχε το μέγα χάρισμα, αν και αθέατη, να σου επιτρέπει να είσαι πότε με τον έναν πότε με τον άλλον, να είσαι δεξιός με τους δεξιούς και αριστερός με τους αριστερούς, να είσαι, με άλλα λόγια, με όλους χωρίς να παραβιάζεις τις αρχές σου, να κρύβει όλα όσα ισοπέδωνες χαϊδεύοντάς τα, να υποκλέπτεις τις αρχές που τα στήριζαν χωρίς αυτό να φαίνεται, και το ακόμα μεγαλύτερο χάρισμα της: δεν άφηνε ποτέ να φτάσουν στα αυτιά σου ενοχλητικές φωνές, φωνές όπως αυτή που φώναζε πόσο μασκαράς είσαι.
Να σου θυμίσω μία γιατί εσύ σίγουρα, όπως όλες, δεν τη θυμάσαι. Γύριζα, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, στο σπίτι όταν άκουσα φωνές, γέλια και τραγούδια. Μια φωνή μπάσα, δυνατή τις σκέπαζε όλες. Δε χρειάστηκε να πλησιάσω το κέντρο διασκέδασης δυο τρία τετράγωνα παρά κάτω για να καταλάβω ποιανού είναι. Ποιός άλλος μασκαράς θα τάραζε τέτοια προχωρημένη ώρα τον ύπνο των παιδιών και των μεροκαματιάρηδων από δίπλα και από πάνω;
Το μειονέκτημά της το μοναδικό ήταν που άφηνε εκτεθειμένη την ψυχή σου. Να κλαίει και να σπαράζει σα γουρούνι που το σφάζουν. Γελάς και σηκώνεις αδιάφορα το χέρι, ψιλά γράμματα λες, αλλά τώρα που τα παιδιά σου σε εγκαλούν ήρθε η ώρα να της δώσεις λογαριασμό.