Φρέσκα

να λες το νερό…νεράκι

του Γιώργου Ρούβαλη

 

Όπως λέει κι η παροιμία, στο Ναύπλιο εμείς οι φτωχοί έχουμε πει το νερό νεράκι Και πριν και μετά τον πόλεμο πολύ υποφέραμε απ’ τη λειψυδρία. . Αν δε μέσα στην παλιά πόλη το νερό ήταν λιγοστό και κακιάς ποιότητος, σκέψου τι γινόταν στην Πρόνοια και το Συνοικισμό. Εκεί απλώς δεν υπήρχε. Στη λεωφόρο 25ης Μαρτίου της Πρόνοιας που έμενα εγώ, από το 1875 υπάρχει η μαρμαρένια βρύση και κανά δυο άλλες στις γωνίες ανά 200-300 μέτρα. Αυτές και τα βυτία, που έπρεπε να το αγοράζεις. Στο Συνοικισμό όπου έμεναν οι πρόσφυγες του 22, τα ίδια και χειρότερα.

Μέσα στα σπίτια νερό δεν είχαμε στην Πρόνοια.. Βρισκόμαστε στα 1965. Δήμαρχος ο Σαγιάς. Το νερό του βυτίου , απ’ τα γύρω χωριά, από γεωτρήσεις κόστιζε 1 δραχμή ο ντενεκές και τρέχαμε να τα βρούμε τα βυτία, οι γυναίκες τα σταματάγανε όπου περνούσαν, προτού φτάσουν στις απάνω γειτονιές. Η άρδευση γινόταν από την περιοχή Ζυμβρακάκη, στο δρόμο που πάει στο στρατόπεδο του ΚΕΜ,, όπου υπήρχε η βίλλα Ζυμβρακάκη , το σπίτι των Μουτζουρίδηδων, των πολιτικών.. Εγώ είχα παντρευτεί το 1963, η γυναίκα μου από χωριό, με προξενιό. Με τους ντενεκέδες κράταγαν οι γυναίκες σειρά στη βρύση. Εκεί να δεις τσακωμοί, βρισίδια, φασαρίες. Άσε που το νερό της βρύσης ερχόταν μόνο για μια – δυό ώρες κι όσοι είχαν χρήματα, έπαιρναν βέβαια απ’ τα βυτία.

Εκείνη την εποχή συζητήσεις κι επεισόδια σωρό για το νερό που ούτε έφτανε ούτε ήταν καλό για πόσιμο. Του Ζυμβρακάκη ήταν σχεδόν θάλασσα, δεν πινότανε. Διαμαρτυρίες των πολιτών, αλλά ο Σαγιάς επέμενε ότι ήταν καλό. Δυο γιατροί της πόλης του έκαναν μήνυση και τον πήγαν στο δικαστήριο και τον ρωτάει ο Εισαγγελέας –

Εσείς κύριε Δήμαρχε από τη βρύση πίνετε;

Ναι , από τη βρύση, απαντάει ο Σαγιάς

Ψέμματα, έχω εδώ φωτογραφίες έξω απ’ το σπίτι σας, με κιβώτια νερού Λουτρακίου, Καραντάνη!

Μετά άρχισε τις δικαιολογίες ότι είχε τα νεφρά του κι έπρεπε να πίνει εμφιαλωμένο…
Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε έρθει στο Ναύπλιο κι ο Καραμανλής, επίσκεψη εργασίας. Μέχρι τότε, το Ναύπλιο ήταν τελείως παραμελημένο. Μόνο ο Παύλος κι η Φρειδερίκη έρχονταν συχνά-πυκνά, μοίραζαν βιβλιάρια προικοδοτήσεως απόρων κορασίδων, γινόταν μια γιορτή στην Πλατεία Συντάγματος, με ελληνικούς χορούς και τέτοια και όλοι ευχαριστημένοι. Αφού να φανταστείς ότι ο Παύλος τόσο μας είχε αγαπήσει , ψηφίζαμε βέβαια όλοι δεξιά μονοκούκι, που μια φορά είπε στο Σαγιά ότι δεν μπορούσε να φανταστεί το Ναύπλιο με άλλο Δήμαρχο. Το νερό νεράκι, όμως, γιατί ο Σαγιάς δεν ήθελε να χρεώσει την πόλη και πάσχιζε με γεωτρήσεις να βρει κι άλλο νερό. Υπουργό δε η Αργολίδα κανέναν σ’ όλες τις κυβερνήσεις Καραμανλή, ενώ η Κορινθία, που πρώτα ήταν δικός μας νομός, τρεις και σημαντικούς, τον Παπακωνσταντίνου, τον Παπαληγούρα και τον Ρέντη. Και συμβαίνει το απίστευτο, να ‘ρθει επιτέλους κάποτε ο ίδιος ο Καραμανλής στον Αμφιτρύωνα και να ζητήσει νερό. Κι αντί να επωφεληθούν και να του δώσουν απ’ τη βρύση να πιει κι αυτός το αλατόνερο και να του εξηγήσουν ότι δεν πίνεται και να ζητήσουν πιστώσεις να φέρουν καλύτερο νερό, του δίνουν να πιει νερό Καραντάνη… Σαν τις γάτες δηλαδή, που κάνουν το σκατό τους και μετά πάνε να το κρύψουν… Τέτοια χάλια είχαμε. Τι να πει κανείς.

Εν πάσει περιπτώσει, όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, τότε του ήρθε η ιδέα του Σαγιά να ψάξει να βρει άλλο νερό και με τον τότε βουλευτή της Ένωσης Κέντρου Παπαδημητρίου, βρήκαν μια πηγή στη Λέρνα και προσπάθησαν να φέρουν το νερό γρήγορα στην πόλη. Το έφεραν, αλλά η εργασία ήταν απρόσεκτη γιατί οι σωλήνες έσπαζαν διότι περνούσαν μέσα απ’ το Βάλτο και πίναμε και Βάλτο μαζί. Τελείως πρόχειρο έργο. Έκανε δυο –τρία χρόνια να ‘ρθει.. «Να φέρω το νερό και να πεθάνω1» είχε πει ο Σαγιάς και πραγματικά , λίγο αργότερα, το 1967, πέθανε.

Από τότε ως τώρα, πίνουμε απ’ αυτό το νερό. Πρόσμιξη με την πηγή Αμυμώνης που είναι κοντά., στους Μύλους. Αυτό και το νερό της Λέρνας στραγγίζουν απ΄ τα βουνά της Αρκαδίας και είναι καλά. Άργος και Ναύπλιο πίνουν απ’ αυτό το νερό.

Οι γυναίκες έκαναν οικονομία να μη χαλάνε πολύ νερό. Εγώ είχα μωρά παιδιά, έπλενα σεντόνια και μωρουδιακά, πολύ πανικό κάθε βδομάδα. 10 δοχεία την ημέρα πλήρωνα κι όλ’ αυτά με το μεροκάματο του ψιλικατζίδικου, δηλαδή λίγα πράματα. Απελπίστηκα, ΄λέω θα πάω στο Δήμαρχο μήπως μου βάλει νερό στο σπίτι. Πάω λοιπόν στο Δημαρχείο, στο Μεγάλο Δρόμο, ανεβαίνω τη σκάλα, εκείνη την παλιά την ξύλινη που έτριζε και με σταματάει ο Γραμματέας, ο Τερζάκης. Τον θυμάσαι, πουχε μια πάθηση στα βλέφαρα και κυκλοφορούσε κοντός και ποζάτος με κάτι μαύρα γυαλιά, νύχτα – μέρα. . Καθόταν λοιπόν και με κοίταζε χωρίς να μιλάει, τόξερα κι εγώ ότι δεν έβλεπε καλά. Του λέω, τι με κοιτάς, ο Διαμαντόπουλος είμαι, δεν με γνωρίζεις;

– Τι θέλεις,

– Θέλω το Δήμαρχο.

– Πρώτα θα το πεις σ’ εμένα.

Του είπα τι ήθελα, μου λέει επειδή είναι άλλοι μέσα, πέρνα σε μια ώρα. Πλησίαζαν οι δημοτικές εκλογές κι εγώ είχα δέκα ψήφους, το ήξεραν. Επέστρεψα λοιπόν και με περνάνε στο γραφείο του Δημάρχου. Τον θυμάσαι το Σαγιά. Ψηλός, φαλακρός, αδύνατος, φτωχοδικηγόρος απ’ τον Ψαρομαχαλά, είχε εμφανιστεί στην Κατοχή και έγινε πρώτα προσωρινά κι ύστερα σχεδόν μόνιμος δήμαρχος, για 22 χρόνια, τόσο κράτησε η βασιλεία του, η βασιλεία της δεξιάς. Υπήρχε εμπάθεια τότε. Ένας γείτονας μου διηγήθηκε ότι έξω απ το σπίτι του δικηγόρου του Πολίτη που ήταν αριστερός, ακριβώς πάνω στον τοίχο του, ο Σαγιάς έβαλε και φύτεψαν δυο – τρία δέντρα , δήθεν για καλλωπισμό, να μην φαίνεται γυμνός ο τοίχος. Ψέμματα.. επειδή ο άλλος είχε δράσει στην Αντίσταση, τα δέντρα ήταν για να τρώνε οι ρίζες τους τον τοίχο του σπιτιού του…

Δεν ήταν κακός άνθρωπος, φρόντιζε τ’ Ανάπλι, φύτεψε με πεύκα την Αρβανιτιά, αλλά με τη μανία του να μη χρεώσει το δήμο, δεν έκανε κανένα μεγάλο έργο και κυρίως δεν μας έφερε άφθονο νερό. Όπως σου είπα, η φτωχολογιά της Πρόνοιας και του Συνοικισμού από νερό υποφέραμε. Εμένα με ήξερε καλά όπως και το γέρο μου. Παρ’ ολο που μέναμε στην Πρόνοια, το μαγαζί μας ήταν μέσα στην πόλη, δυό βήματα απ ΄το δημαρχείο και περνούσε από κει κόσμος και κοσμάκης. Εγώ ήμουν κι εγώ ψηλός και το θάρρος δεν μου ‘λειπε. Είχα μεγαλώσει μέσα στην Κατοχή, έξη παιδιά είμαστε στο σπίτι κι από μικρός ήμουνα μάγκας.

Του λέω λοιπόν ότι δεν έχω νερό στο σπίτι κι ότι στη βρύση γίνεται σκοτωμός κι ότι η γυναίκα μου δεν προλαβαίνει να ΄πάρεί, ότι είναι από χωριό κι ότι παίρνω από τα βυτία. Τότε κάλεσε τον υδραυλικό του Δήμου, να μου βάλει αμέσως το νερό στο σπίτι. Με ρώτησε βέβαια αν θα τον ψηφίσω, εγώ και οι δέκα δικοί μου και του είπα ναι΄.

Το νερό μπήκε αμέσως και μετά οι γυναίκες που έπαιρναν από τη έξω βρύση, σταμάτησαν να παίρνουν γιατί το νερό μπρός στη βρύση ερχόταν σ’ εμένα. «Το νερό το ‘πιασε ο άλλος!» άρχισαν να λένε στη γειτονιά. Ακόμα, η κουτσομπόλες, οι αγράμματες έλεγαν ότι «αυτουνού ο σαγιάς το νερό του το φέρνει ειδικά από τη πηγή της Αγιά Μονής». Πού να ξέρουν ότι δεν υπήρχαν σωλήνες από κει. Εμένα όμως, όλες αυτές οι μανιφατούρες δεν μ’ ένοιαζαν γιατί τώρα είχα τρεχούμενο νερό στο σπίτι. Μάλιστα επειδή είδα τη γυναίκα μου διατεθειμένη να δίνει και στις γειτόνισσες, την έβαλα μπρος και της είπα ότι αν μάθω ότι έδωσες νερό σε οποιανδήποτε, θα σου κόψω τα ποδάρια…

Η πλάκα είναι ότι τελικά δεν τον ψήφισα. Εγώ ήμουν δημοκρατικός και δεν επρόκειτο ν’ αλλάξω, έστω και για το νερό…

——————————————

Από τη συλλογή «Στ’ Ανάπλι», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.