Μικροχαρές
του Αργύρη Νικολάου
Προ μάσκας, όταν έβγαινε τα βράδια, γέμιζε τις τσέπες με καρύδια, τα έσπαγε και τα μασουλούσε στη διαδρομή. Έτσι δεν καταλάβαινε πότε έφτανε στον προορισμό του. Τώρα με τη μάσκα πάει αυτή η μικροχαρά. Δοκίμασε να τη βγάζει και να τη βάζει κάθε φορά, αλλά αυτό τον αποσυντόνιζε και τον εκνεύριζε σφόδρα. Να δοκίμαζε μήπως να κάνει ό,τι έκανε σχολειαρούδι με τις πέτρες; Που ξεχώριζε μία και την κλωτσούσε ως εκεί που πήγαινε; Ήταν ανάρμοστο και σκληρό τότε, πολύ περισσότερο τώρα. Για τον ίδιο λόγο απέρριψε και την ιδέα του κομπολογιού. Μια φορά που το δοκίμασε κόπηκε το σκοινί κι οι χάντρες εκσφενδονίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Από τύχη δεν θρήνησε θύματα. Να δοκίμαζε ίσως την αγαπημένη του ονειροπόληση; Μπα, ήταν επικίνδυνο. Μήπως να κατέφευγε σ’ αυτό που άκουσε πως κάνουν ορισμένοι μοναχοί, που λένε, δηλαδή, συνεχώς το «Κύριε ελέησον» με την ελπίδα κάποια στιγμή να το πετύχουν; Μπα, θρήσκος δεν ήταν. Μήπως να έκανε όπως έκανε, προκειμένου να κοιμηθεί, ο Λειβαδίτης που τους συγχωρούσε όλους έναν έναν; Κι αν τον έπιανε ο ύπνος; Να αράδιαζε μήπως τις Θεσσαλικές ωδές που έχουν, ως γνωστόν, τη δύναμη να κατεβάζουν και τη σελήνη, αυτή την ορκισμένη παρθένα; Όχι, δεν ήταν για τέτοια μπερδέματα. Να τραγουδήσει πάλι δεν το είχε. Ποιήματα μήπως; Ναι, ποιήματα! Και πολλά είχε στη φαρέτρα του και πολλά απ’ αυτά είχαν, αν θυμάται καλά, λυτρωτική δύναμη. Ανακουφισμένος που βρήκε τη λύση ανάρτησε το πρώτο που του ήρθε στο νου:
