Χριστούγεννα 2020, νέοι κωδικοί
Δεν αρκούν 6 κωδικοί για να υπάρχεις, να νιώθεις, να θυμάσαι με νοσταλγία. Υπάρχουν στιγμές που δεν κωδικοποιούνται και δεν μπαίνουν σε κουτάκια.
Γράφει ο Ντίνος Δαφαλιάς.
Κωδικός 7 – Ο φίλος μας
Είμαστε θολωμένοι από τη δύσκολη χρόνια που πέρασε και χαρούμενοι για την ανάπαυλα των γιορτών. Όλοι είμαστε χωρίς σημαντικές υποχρεώσεις και ο νους μας είναι μόνο στη διασκέδαση. Ο καθείς έχει το πρόγραμμά του. Το εξωτερικό και οι μεγάλες επαρχιακές πόλεις είναι στο μενού μας. Επέλεξα να κινηθώ στον αγαπημένο άξονα μεταξύ Πάτρας και Αιγίου. Εκεί ήταν όλα κανονισμένα. Θα κάνουμε ότι μας έρθει στο μυαλό. Δεν αφήσαμε μπαρ για μπαρ στο Αίγιο και μετά ύπνος στο σπίτι του φίλου μας που δεν είχε θέρμανση και γι αυτό ήταν φτηνό. Τρεις κουβέρτες ο καθένας βάλαμε και η αλλαγή πλευρού ήταν αδύνατη. Μου άρεσε πολύ κι ακόμα το θυμάμαι, αλλά ο φίλος μας χάθηκε για πάντα.

Κωδικός 8 – Ο “πατέρας” μας
Θυμάμαι πριν 20 και βάλε χρόνια, τότε στο Μαρούσι σε ένα μικρό κτίριο στην Φραγκοκλησιάς, ακριβώς απέναντι από το Village. Δουλειά, πολύ δουλειά και πάνω μας σύννεφα πολλά και πολύ το κρύο. Κινούμενοι στο μίγμα παραζάλης και ενθουσιασμού ήρθε ο Βασίλης, η πιο πατρική φιγούρα στη δουλειά μου. “Βρε παιδιά, τι θα γίνει με τα κάλαντα; Δεν ήρθε ούτε ένα παιδί; Πείτε στο φύλακα να τα αφήνει! Για όνομα του θεού…”
Έτσι κι έγινε. Ο φύλακας πλέον άφηνε τα παιδιά να ανεβαίνουν. Βγήκε από το συρτάρι το μικρό ταμείο του κτηρίου που ήταν για μικροέξοδα και διάφορα άλλα έκτακτα. “Βάλτε το μέσα. Δεν θα κάνουμε λογιστικές εγγραφές για κάλαντα. Έχετε τρελαθεί τελείως;” είπε πάλι ο Βασίλης. Κι έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα σκασμό κατοστάρικα δραχμές και έδινε αβέρτα στα παιδάκια. Είμαι υπερήφανος που είχα το Βασίλη μέντορα στην καριέρα μου.

Κωδικός 9 – Απογευματινή βόλτα στο στολισμένο κέντρο
Την εποχή των μνημονίων ήταν δύσκολα πολύ. Τα λεφτά λίγα τα χαράτσια πολλά. Έτσι είναι, το κράτος όταν πέφτει έξω σου ξαναζητάει λεφτά για το παρελθόν. Σου λέει, τόσα μου λείπουν, τόσα θέλω από σένα. Πήραμε τα παιδιά και πήγαμε στο Μοναστηράκι με το μετρό. Βγήκαμε από τις ατελείωτες σκάλες στην επιφάνεια στην πλατεία Μοναστηρίου. Εκεί ήταν Περουβιανοί που έπαιζαν υπέροχη μουσική φορώντας τις παραδοσιακές φορεσιές τους. Λίγα ψιλά τα βάλαμε στις μικροσκοπικές χούφτες των παιδιών, που φορούσαν μπλε μάλλινα γαντάκια. Μία μικρή οδηγία τι να κάνουν και όντως, πήγαν μπροστά τους και έριξαν τα κέρματα στο κουτί. Μία μικρή υπόκλιση από τον πλανόδιο μουσικό που έπαιζε φλάουτο του Πάνα, ήταν το μεγάλο ευχαριστώ. Συνεχίζουμε στην πλακόστρωτη Ερμού. Λίγα κάστανα ψητά και λίγο νερό από το περίπτερο. Σταθήκαμε σε ένα τσιμεντένιο πεζούλι δίπλα στην εκκλησία και τα φάγαμε ζεστά-ζεστά. Φινάλε στο Σύνταγμα με τις κλασικές αναμνηστικές φωτογραφίες στην στολισμένη πλατεία.

Κωδικός 10 – Μια αναπάντεχη μα ευχάριστη συνάντηση
Σάββατο παραμονή Χριστουγέννων του 1994. Ως συνήθως δουλειά εκεί στην Αριστείδου για τα ρημάδια τα συστήματα. Τότε δεν ήμασταν σε 24ωρη λειτουργία. Πήγαμε τα χαράματα να κάνουμε την αναβάθμιση στο IBM. Κατά τις 2 το μεσημέρι τελειώσαμε, όλα καλά. Η δουλειά τότε ήταν στην Αριστείδου και συνήθιζα να πηγαίνω Μοναστηράκι για να πάρω το τραίνο, έτσι για να περπατήσω λίγο περισσότερο. Έτσι και τότε. Μόνο που αυτή τη φορά θα καθόμουν έστω μόνος για φαγητό στο Θανάση. Μπαίνω μέσα και βλέπω το θείο μου με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Ήμασταν ψυχραμένοι για χρόνια. Έμεναν επαρχία και τους έβλεπα σπάνια έως ποτέ. Κάθισα μαζί τους, φάγαμε και ήπιαμε πολύ κρασί, ώσπου στο τέλος καταλάβαμε ότι η αγάπη μας δεν πέθανε ποτέ.

Κωδικός 11 – Happening
Μπήκαμε στον κόπο να παίξουμε μερικά τραγουδάκια σε μία Χριστουγεννιάτικη εκδήλωση. Οι πρόβες γίνονται πέριξ του Πολυτεχνείου. Φορτωθήκαμε τα μουσικά όργανα και πήγαμε. Ένα μπουζούκι, δύο κιθάρες και ένα ακορντεόν. Το βραδάκι το διαλύσαμε και πήγαμε σε ένα μαγειρείο στην πλατεία των Εξαρχείων. Παρότι χειμώνας, ο καιρός ήταν καλός κι επειδή το μαγαζί ήταν γεμάτο, καθίσαμε έξω. Στη γύρα ήταν δύο ανήλικοι τσιγγάνοι, ο ένας με κλαρίνο και ο άλλος με τουμπελέκι. Ζήτησαν λεφτά να μας παίξουν μουσική κι εμείς τους αφήσαμε. Όταν ζήτησαν λεφτά, τότε βγάλαμε τα όργανα από τις θήκες για να τους πληρώσουμε κι εμείς σε είδος. Το αποτέλεσμα ήταν μία νέα μπάντα που αυτοσχεδίαζε. Στο τέλος κάθισαν μαζί μας και φάγαμε παρέα. Τους δώσαμε και λίγο κρασί για να τσουγκρίσουμε, έτσι για το καλό…
