Ο καψούλης
του Αργύρη Νικολάου
Εδώ δε σεβάστηκαν τον Παπαδιαμάντη θα σεβόντουσαν τον δασκαλάκο; Είχε πεθάνει ο Σκιαθίτης και οι άνθρωποι της Πόλης, άνθρωποι αριστοκράτες –εννοώ του κόσμου και των μορφωμένων- άνθρωποι που όμοιούς τους δεν είχε η Αθήνα, σύστησαν μια επιτροπή για να κάνουν ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Όλα ήταν έτοιμα, είχαν νοικιάσει την αίθουσα, τα προσκλητήρια είχαν σταλεί σε όλους, όταν την παραμονή πήραν ένα επίσημο γράμμα από το Πατριαρχείο με μια ρητή απαγόρευση του μνημοσύνου ‘επί ποινή επιτιμίου και αφορισμού ακόμη’!
Παλιά πράγματα, λένε μερικοί, αλλά κάνουν λάθος. Τα παραδείγματα πολλά: Παλαιότερα τον Βιζυηνό τον τρέλαναν –ήρθε με δάφνες από τη Γερμανία και του αρνήθηκαν το καθηγητιλίκι, τον Βάρναλη τον εξόρισαν, «ο Ροϊδης απαίτησε την ύπαρξη πνευματικής ζωής και πέθανε κακήν κακώς, ο Δ. Βερναρδάκης παράτησε το Πανεπιστήμιο και πέρασε τη ζωή του στη Μυτιλήνη φυτεύοντας ντομάτες. Ο Ανδρούτσος πάνω κάτω τα ίδια. Ο Καραθεοδωρής μάταια αγωνίστηκε επί τέσσερα χρόνια να πάρει μια έδρα στους φυσιογνώστες. Ο Αποστολάκης, υστερικός και θρασύτατος, παραιτήθηκε και πήγε σπίτι του να ησυχάσει. Ο Συκουτρής αυτοκτόνησε στον Ακροκόρινθο. Για να μη θυμηθούμε τον Αβροτέλη Ελευθερόπουλο.. τι απέγινε αυτός με τον οποίο ασχολήθηκε ο Πλεχάνωφ; Πόσοι γνωρίζουν το έργο του; Ο θάνατός του πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων. Ο Μουστοξύδης ζήτησε μια άμισθη έδρα για τη διδασκαλία της αισθητικής στο Αθήνησι τι απέγινε. Τα βιβλία του που είναι; Για να καταφέρει να επιβιώσει πούλησε το πασίγνωστο νησάκι του, τον Σκορπιό! Όσοι θέλησαν κάτι να πουν ή κάτι να κάνουν για την προκοπή του τόπου κατέληξαν όλοι κακήν κακώς. Ο Αποστολάκης, η συντροφιά του ήταν τρεις άνθρωποι, ο Αλιμπέρτης, ο Φ. Πολίτης και ο Άλκης Μπουρνιάς, όλοι τους καταρτισμένοι, διαλεχτικό πνεύμα, που έσχιζε την τρίχα στα τρία. Βυθισμένη η θρησκευτική και αστική ηγεσία στον αγώνα της πνευματικής επιβίωσης – ή μάλλον στη διαρκή μέριμνα να συγκαλύπτει το πνευματικό κενό που η ίδια δημιούργησε ως προϋπόθεσή της- κράτησε το λαό αμόρφωτο, πολιτικά ανώριμο, αυτή όμως η λύση αφάνισε κάθε πνευματική αξία στον τόπο και απέκοψε την ηγεσία από κάθε δυνατότητα ανανέωσης».
Μεταπολεμικά, και μόνο να σκεφθώ τον αριθμό των παιδιών που έπαιρναν τα γράμματα και, λόγω κοινωνικών φρονημάτων, έμειναν μακριά από την εκπαίδευση, μου ‘ρχεται ζάλη –στο χωριό μου που ‘ναι μια κλανιά φιλογούσαν για δυο τρία που ‘πιαναν πουλιά στον αέρα, ένας από αυτούς, κάθε φορά που τον συναντούσα, μου πετούσε κάτι «Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσω..» ή «Ως άνθος μαραίνεται..»- και μη νομίζετε πως και μετά την μεταπολίτευση άλλαξε κάτι. Οι μέθοδοι άλλαξαν, η νοοτροπία έμεινε η ίδια. Του Γεράσιμου Κακλαμάνη, αποσπάσματα του οποίου διαβάσατε λίγο πριν, του αρνήθηκαν το διορισμό και μια αξιοπρεπή σύνταξη. Εμένα του καψούλη, ο διοικητικός και εκπαιδευτικός μηχανισμός ύψωσε γύρω απ’ την περιφέρεια που εργαζόμουν ένα πλέγμα σαν αυτό του Έβρου.
