Γιώργος Ζαμπέτας… ένας λαϊκός διανοούμενος
…ιδιοφυής μουσικός, δεξιοτέχνης, πηγαίος, αθυρόστομος, διασκεδαστής!
25 Ιανουαρίου 1925 γεννιέται στην Αθήνα ο μεγάλος Έλληνας δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και συνθέτης, Γιώργος Ζαμπέτας.
❀❀❀❀❀❀❀
Η ζωή του είναι η ιστορία του ελληνικού μπουζουκιού, μια διήγηση μιας διαφορετικής Ελλάδας. Ο φλεγόμενος μετα-ρεμπέτης Γιώργος Ζαμπέτας δεν ήξερε να διαβάζει τις νότες, αλλά τις όρισε με τη ζωή του…
Εκτός από γνήσιος διασκεδαστής και πηγαίος σόουμαν, ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού υπήρξε και αυθεντικός γλωσσοπλάστης, στοιχείο πάνω στο οποίο στήριξε πολλές από τις επικές του ατάκες. Δεν δίσταζε να ειρωνεύεται τους θαμώνες των κέντρων στα οποία έπαιζε, να επικοινωνεί μαζί τους και να τους κρατά όλο το βράδυ στο κέφι, ακόμη και όταν συνέβαινε να βρίσκεται ολομόναχος επί σκηνής «με τ’ όργανο»…
Ποτέ δεν ξέχασε τις καταβολές του και περηφανευόταν για τη λαϊκή του καταγωγή. Σεβόταν τα υλικά αγαθά, δεν πετούσε κάτι αμέσως μόλις χαλούσε, ενώ ο ίδιος παρέμεινε απλός και κορόιδευε τους κουλτουριάρηδες και ξενομανείς νεοέλληνες. Ο αγαπημένος του τρόπος να ξοδεύει τα χρήματα που κέρδιζε, ήταν σε δώρα για τα παιδιά του. Κάποια στιγμή, τη δεκαετία του ’80, του δόθηκε η ευκαιρία να αποκτήσει δικό του μαγαζί, πράγμα στο οποίο συνηγορούσε και ήταν πρόθυμη να βοηθήσει όλη του η οικογένεια. Ο ίδιος, όμως, δεν γούσταρε τον τίτλο του επιχειρηματία. Ήταν και αισθανόταν ελεύθερος καλλιτέχνης στην πιάτσα και στις καρδιές των ανθρώπων.
Ο Γιώργος Ζαμπέτας δεν ήταν ρεμπέτης, με την έννοια της κοινωνικής επανάστασης, όμως ζούσε ελεύθερα, συλλογιζόταν και εκφραζόταν ανένταχτα και αυθόρμητα. Έλεγε «όχι» στα πάθη και τις καταχρήσεις, όμως κάπνιζε πολύ. Πίστευε πολύ στον Θεό και ας έβριζε τα Θεία πάνω στα νεύρα του. Ένας από τους καλούς φίλους των τελευταίων χρόνων της ζωής του, ο χορογράφος και χορευτής Γιώργος Σαγιάς λέει: «Ο Ζαμπέτας ανήκε σε εκείνη τη σειρά των δημιουργών, όπως ο Βαμβακάρης ας πούμε, που ένιωθαν τον ρυθμό και το τράνταγμα της μουσικής μέσα κι έξω. Ήθελε τα τραγούδια του να τα ξέρει και να τ’ αγαπά ο κόσμος, να τα τραγουδά και να τα χορεύει. Αρκετές φορές, με έβαζε να χορεύω πάνω σε κάποια του σύνθεση. Ο ίδιος χόρευε επίσης και μάλιστα εκπληκτικά». Η έννοια της μαγκιάς, το σήμα κατατεθέν των ρεμπέτηδων, απασχολούσε αρκετά τον Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος την υπερασπιζόταν και την όριζε ως τιμιότητα, ειλικρίνεια και αρετή…
Ο ίδιος ο Ζαμπέτας δεν έγραψε στίχους, όπως ο Μάρκος, αλλά σεβόταν και αγαπούσε πολύ το ρεμπέτικο τραγούδι και ας μην πίστευε στους διαχωρισμούς του λαϊκού, του ελαφρού και του ρεμπέτικου. Τα θεωρούσε όλα ελληνικά τραγούδια. Μεγάλες του επιρροές στάθηκαν ο Παγιουμτζής -τον οποίο υπεραγαπούσε και έκανε παρέα, αλλά και συνεργασίες μαζί του-, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης. «Καλύτερος απ’ όλους ήταν ο Μητσάκης», έλεγε ο Ζαμπέτας…
Πάντως, ο Ζαμπέτας -και ας μην αποκαλούσε τον εαυτό του συνθέτη ή καλλιτέχνη- άνοιξε μια δικιά του σχολή, έναν καθαρό, δικό του δρόμο, τον οποίο διάβηκαν πολλοί καλλιτέχνες αργότερα. Σαν να ίδρυσε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο παίξιμο, στο στιλ, την έκφραση πάνω στο πάλκο. Κατά την άποψή μου, ελέω Ζαμπέτα, τραγούδησε ο Σαββόπουλος και αρκετοί άλλοι»…

Μια υπέροχη φωτογραφία που φιλοξενεί το περιοδικό του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετάνια», μας πάει βόλτα στα σοκάκια της παλιάς Πλάκας με παρέα δύο θρύλους: Τον Μίκη Θεοδωράκη και το Γιώργο Ζαμπέτα τους οποίους αποθανάτισε ο φακός του Slim Aarons
Εκτιμούσε και σεβόταν πολύ τον Μάνο Χατζιδάκι, τον «αυτοκράτορα της μουσικής», όπως τον αποκαλούσε, χάρη στον οποίο, ίσως, ακολούθησε και το ενδιαφέρον των μεγάλων συνθετών για τον Ζαμπέτα. «Στον Χατζιδάκι ποτέ κανένας δεν πρόσθετε τίποτα στη μουσική, έτσι κι εγώ μόνο χρώματα έβαλα, μόνο χρώματα. Και δεν πέρασε δίσκος ή τραγούδι που να μην βάλει τ’ όνομά μου», είπε…
Για να σατιρίσει ή και να ακολουθήσει ο Ζαμπέτας τη μόδα των τούρκικων και αραβικών ρυθμών που πρωταγωνιστούσαν στα ελληνικά ακούσματα τη δεκαετία του ’60, συνέθεσε πάνω σε στίχους του Τσάντα, τον φημισμένο «Αράπη» του. «Ο «Αράπης» ήταν ένα ξέσπασμα. Κάπου αισθανόμουνα κάποια εγκατάλειψη και έπρεπε να ξεσπάσω. Πολλά τραγούδια μπορεί να ‘χουνε μέσα τους καλαμπούρι, αλλά, άμα τα προσέξεις, έχουνε και την πίκρα τους μέσα. Μέσα από την πλάκα και το μαύρο χιούμορ κρύβεται η πικρία. Εγώ κοροϊδεύοντας και βρίζοντας δεν απευθύνομαι μόνο σ’ αυτούς που με ακούνε, αλλά σε όλες τις καταστάσεις της ζωής, στους βλάκες και ανεγκέφαλους, στους νεόπλουτους, στους τάχα μου και στους κυβερνώντες μας και σ’ όλα τα στραβά μας».
Το 1973 ηχογραφείται το τραγούδι Μάλιστα Κύριε, σε στίχους του Αλέκου Καγιάντα, που τους είχε γράψει όσο βρισκόταν στη Γερμανία, από όπου και τους είχε στείλει στον Ζαμπέτα. Αυτός ήταν και ο λόγος που πρόσεξε ο Ζαμπέτας τον συγκεκριμένο φάκελο: «Βάστα, ρε, να πούμε. Ποιος ξέρει ποια τύχη και ποια μοίρα τον έριξε στο Μόναχο;». Τη φράση «Μάλιστα, κύριε» την προσέθεσε ο Ζαμπέτας, επειδή το τραγούδι χωρίς αυτήν του φαινόταν λειψό. Αποφάσισε, μάλιστα, να το πει ο ίδιος, καθώς είχε ξεκινήσει ήδη η εποχή που ξεκίνησε να βιώνει έναν παραγκωνισμό, με αποτέλεσμα δύσκολα να βρίσκει τραγουδιστές. Άλλωστε, το συγκεκριμένο τραγούδι υπήρξε πολύ προσωπικό γι’ αυτόν, μοιάζει να το απηύθυνε, ουσιαστικά, στον ίδιο του τον εαυτό, εκφράζοντας φόβο για τη μοναξιά…
Τον ίδιο φόβο εξέφρασε και ο φίλος του, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης και έτσι προέκυψε το αριστουργηματικό Πού ‘σαι, Θανάση, πάλι πίσω στο 1972. Το είχε γράψει κατά την απουσία του Ζαμπέτα στην Αμερική, επειδή του έλειπε. Για χάρη της ρίμας, όμως, δεν έβαλε το όνομα «Γιώργος». Ο Ζαμπέτας, μόλις έμαθε ότι ο αγαπημένος του φίλος και συνεργάτης είχε σβήσει, γύρισε άρον-άρον. Η μητέρα του Βασιλειάδη του έδωσε έναν φάκελο που είχε μέσα τους στίχους. Ο ένας υπήρξε το γούρι του άλλου, έτσι έλεγαν μεταξύ τους – «Ήθελα να σ’ αντάμωνα/η γρουσουζιά να σπάσει». Την ίδια κιόλας μέρα, ο Ζαμπέτας συνέθεσε τη μουσική και η κόρη του θυμάται ότι, στο τέλος, «το μπουζούκι γυάλιζε, υγραμένο από τα δάκρυα που είχαν στάξει στην ξύλινή του επιφάνεια».
αποσπάσματα από https://www.vice.com/gr/article/3kva7k/o-giwrgos-zampetas-den-exei-pe8anei-akomh
