Φρέσκα

Λευκή απόδραση

της Ελένης Καραγιάννη

 

Ήταν χειμώνας τότε που ανέβαινε τα σκαλιά της εκκλησίας. Χιόνιζε. Οι λευκές νιφάδες ασορτί με το νυφικό στροβιλίζονταν στον αέρα και προσγειώνονταν στους ακάλυπτους ώμους της. Όμως, καθόλου δεν ένιωθε το κρύο. Την περίμενε στο πρώτο πλατύσκαλο με το γοητευτικό του χαμόγελο, μάτια υγρά από συγκίνηση κι ένα τεράστιο μπουκέτο με λευκά τριαντάφυλλα στην αγκαλιά. Κι αυτή έπλεε σε πελάγη ευτυχίας αφελής, αθώα, ανυποψίαστη.

 

Και τώρα χειμώνας είναι. Όλα λευκά. Εκτός από τα μελανά σημάδια στο πρόσωπο και τον λαιμό της. Σήμερα δεν την απασχολούν. Δεν προσπάθησε καν να τα καλύψει με πούδρα ούτε με κείνα τα παλιομοδίτικα γυαλιά ηλίου που φορά χειμώνα καλοκαίρι. Μ’ ένα μπλουτζίν κι ένα ζιβάγκο βγήκε στον δρόμο. Η υπερένταση τη ζεσταίνει και μουσκεύει το μέτωπό της με χοντρές στάλες ιδρώτα. Αγνοεί και προσπερνά επιδεικτικά τη γειτόνισσα που απορημένη την καλημερίζει. Ο ψεύτικος οίκτος και η σιωπή της γειτονιάς όλα αυτά τα χρόνια έχουν καθίσει σαν γλίτσα πάνω στο κορμί της και κάνουν το στομάχι της να ανακατεύεται.

 

Στριμώχνει δύο βαλίτσες στο πορτ- μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Μία γι’ αυτήν και μία για το παιδί. Οδηγεί βιαστική για το σχολείο. Έχει συνεννοηθεί με τον δάσκαλο να πάρει την μικρή πριν το σχόλασμα. Ανοίγει το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. Ωραία! Δεν ξέχασε τα CDς με τα παιδικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Φέτος τα Χριστούγεννα για τις δυο τους ξεκινούν νωρίς. Χαμογελά και απολαμβάνει τη ζεστασιά απ’ τα δάκρυα που αυλακώνουν το παγωμένο της πρόσωπο. Λίγο πριν φτάσουν στο χωριό θα σταματήσουν στο ξέφωτο με τα έλατα, σκέφτεται. Θα φτιάξουν ένα θεόρατο χιονάνθρωπο και θα τραγουδήσουν το «χιονισμένο έλατο» την ώρα που εκείνος θα γυρνά το κλειδί στην πόρτα του άδειου διαμερίσματος.