Τα… «υπέροχα παιδικά μας χρόνια»
της Έφης Καραμιχάλη
Στα παιδικά μας μάτια οι ζωές των ανθρώπων που ήταν γύρω μας έφεγγαν διαφορετικά. Μεγαλώνοντας, με άλλα κριτήρια πια, έπαιρναν διαφορετικές διαστάσεις. Γι’ αυτό πολλές φορές λέμε τα “υπέροχα παιδικά μας χρόνια” γιατί τα κουβαλάμε μέσα μας όπως τα είδαμε με εκείνα τα μάτια, της αθωότητας!! Οι εποχές όμως ήταν σκληρές και πολλές φορές τα γεγονότα τραγικά αλλά στο παιδικό μας μυαλό τότε δε χωρούσε τίποτα άλλο παρά μόνο η χαρά της ζωής. Όλα τα άλλα τα άφηνε έξω!
Ο κυρ-Νίκος ήρθε το ‘22 από “μέσα”. Mετά τα παραπήγματα, τους έδωσαν από ένα κομμάτι γη όπως και τον παππού μου και βρέθηκαν, χωρίς να γνωρίζονται από πριν, δίπλα δίπλα τα σπιτικά τους. Ένα χαμηλός τουβλότοιχος χώριζε τις αυλές τους. Άνθρωπος σκληρός, αυταρχικός, λιγομίλητος, απατεωνάκος, με κάτι χρονάκια στη φυλακή. Δεν είχε πολλά πάρε δώσε με τη γειτονιά. Με δουλειές του ποδαριού όλη μέρα στη γύρα. Έχασε την γυναίκα του κάπου στα τέλη του ‘50 και έμεινε με τέσσερα παιδιά στη πλάτη. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Γιώργης που παντρεύτηκε την γλυκιά μου κυρία Τούλα, πρώην ιερόδουλη, ο άλλος ήταν ο Σωτήρης. Ίδιος ο πατέρας του. Αμίλητος, αγέλαστος και κλεφτρόνι. Ο κυρ-Νίκος είχε και δυο κόρες που της πάντρεψε γρήγορα με κάτι πειραιώτες και τις ξεπόστειλε!
Το σπίτι του μια αυλή γεμάτη κάμαρες στη σειρά και κάπου στο βάθος ένας περιστερώνας με καμιά πενηνταριά περιστέρια. Πιστεύω ότι ήταν το μόνο πράγμα στη ζωή που αγαπούσε. Όταν είχε ελεύθερο χρόνο και δεν “άδειαζε” καμιά αποθήκη ήταν συνέχεια με τα περιστέρια του. Κάποια στιγμή που ο Σωτήρης έφτανε κοντά στα σαράντα αποφάσισε να τον παντρέψει και άρχισε να ψάχνει για το θηλυκό. Αλλά η πόλη μικρή και το όνομά τους γνωστό στην πιάτσα. Δεν βρήκε τίποτα. Τον έστειλε τότε στα γύρω χωριά να ψάξει μόνος του. Και τη βρήκε τη νύφη ο Σωτήρης! Στη γειτονιά δεν πίστευαν στα μάτια τους με το κορίτσι που έφερε. Μια χαμογελαστή κοπελάρα γύρω στα 25 όλο χάρη, ευγένεια, απαράμιλλης ομορφιάς και θηλυκότητας. Ντυμένη με ότι καλύτερο και φινετσάτο κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή. Την έλεγαν Αθανασία. Κάτι χωραφάκια και ένα σπίτι στο χωριό της ήρθαν στο όνομα του Σωτήρη και ο γάμος έγινε παράξενα γρήγορα! Όλοι απορούσαν πώς αυτό το πλάσμα θα ζήσει σε αυτό το σπιτικό που θα μπορούσε να ήταν στα καλύτερα σαλόνια της πόλης.
Ήταν δύσκολη η συμβίωση. Εμείς που είμασταν δίπλα τα ακούγαμε και τα βλέπαμε όλα. Ευτυχώς που ήταν η Τούλα να κρατάει κάποιες ισορροπίες. Σιγά σιγά το χαμόγελο έφυγε από την Αθανασία οι πολλές καλημέρες κοπήκανε και οι ενδυματολογικές της προτιμήσεις άρχισαν να εγκλιματίζονται με το σπιτικό του Σώτηρη. Γέννησε ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Οι “περίεργοι” της γειτονιάς μετρούσαν τους μήνες και δεν τους έβρισκαν εννιά. Ακούστηκε ότι κάποιος την άφησε έγκυο και την εγκατέλειψε. Εκείνη τη στιγμή βρέθηκε ο Σωτήρης να καλύψει το κενό και τη ντροπή της εποχής. Με λίγα χωραφάκια παραπάνω έκλεισε η συμφωνία! Το λάτρεψε η Αθανασία το κοριτσάκι της. Ήταν η διαφυγή της μέσα σε όλο αυτό το παράταιρο για εκείνη σκηνικό της ζωής της. Με μια υπερβολική αδυναμία είχε κρεμαστεί πάνω του. Προσπαθούσε να το κρατήσει μακρυά απ’ ότι υπήρχε γύρω της. Ζούσε μόνο γι» αυτό. Τις πιο πολλές φορές το είχε κλεισμένο στο σπίτι. Τη ζωή τη ζούσαν μόνο οι δυό τους. Σπάνια θα το άφηνε να βγει στη γειτονιά αλλά και αυτή δεν είχε πολλά πάρε δώσε με κανέναν.
Και τα χρόνια περνούσαν με φωνές και μαλώματα στην αυλή, βαλίτσες που πήγαιναν και έρχονταν, χωρισμοί που λεγόντουσαν αλλά δεν έγιναν ποτέ. Ο Σωτήρης πέθανε όταν η κόρη του γινόταν 18 χρονών. Τότε που μάνα και κόρη άρχισαν να χάνονται κάνα δυο φορές μέσα στο χρόνο για κανένα μήνα. Μετά κοντά τρία χρόνια απ’ το πήγαινε – έλα το κορίτσι το βλέπαμε ελάχιστα να βγαίνει απ’ το σπίτι αλλά ένας γιατρός να μπαινοβγαίνει συχνά. Πέθανε στα 22 της. Δε μάθαμε ποτέ από τι.
Αυτό το πλάσμα ήρθε και έφυγε νομίζω πληρώνοντας τα λάθη άλλων. Από μια μάνα που έκανε τα πάντα να το κρατήσει ζωντανό. Παντρεύτηκε έναν άνδρα που δεν ήθελε, έζησε μια ζωή που δεν ονειρεύτηκε ποτέ και πίστευε ότι μπορεί μόνη να αντιμετωπίσει όλα αυτά που αρνιότανε να δεχτεί, μέσα σε μια μεγάλη μοναχικότητα αλλά και μια απαξίωση σε ό,τι βρισκόταν πέρα απ’ αυτήν. Δεν μοιράστηκε και δεν εμπιστεύτηκε ποτέ κανένα. Τελικά πρέπει να είσαι πολύ σκληρός ή πολύ δυνατός για να μην έχεις ανάγκη σε όλη σου την ζωή από μια φιλία ή ένα χέρι να πιαστείς!