Το τραίνο
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Ένα τελευταίο φιλί στο στόμα, τυπικό, σαν τελευταίος ασπασμός κι ουχί σαν το φιλί του Ιούδα. Σήκωσε τη βαλίτσα με τα λιγοστά του ρούχα, ανέβηκε τα στενά σκαλιά του βαγονιού και μπήκε μέσα. Εκείνη κοιτά από το παράθυρο. Θέλει να είναι σίγουρη ότι θα βολευτεί, ότι ο πόνος του θα είναι απαλός. Θέλει να είναι σίγουρη, ότι ακόμα και τώρα εκείνος θα είναι καλά.
Ο σταθμάρχης είναι ήδη στην αποβάθρα, κρατάει το σήμα του σιδηροδρομικού. Από τη μία πράσινο σε λευκό φόντο και από την άλλη λευκός κύκλος σε κόκκινο φόντο. Η σφυρίχτρα είναι σχεδόν τοποθετημένη στα χείλη του. Μία βαθιά εισπνοή και μετά το τριπλό μακρόσυρτο σφύριγμα. Το σήμα σηκώνεται από τα χέρια του και δείχνει το πράσινο στον μηχανοδηγό. Οι τελευταίες πόρτες των βαγονιών κλείνουν βιαστικά με δύναμη. Το τρένο ξεκινά απαλά κι εκείνος προσπαθεί να βγάλει την κεφαλή του από το παράθυρο, να την δει για τελευταία φορά. Μοιάζει λες και θέλει απεγνωσμένα να αναπνεύσει. Προλαβαίνει, αν παρατήσει τη βαλίτσα με τα λιγοστά του, να πηδήξει από το τραίνο και να μείνει.
Φοβάται όμως την παραμονή, όπως φοβάται και το υπόλοιπο της ζωής του. Συγκρίνει τους δύο φόβους, τον έναν που έζησε και τον άλλον που είναι ακαθόριστος. Κι όταν το τραίνο ανέπτυξε λίγο μεγαλύτερη ταχύτητα, ήταν αδύνατον να το εγκαταλείψει. Κάθισε στη θέση του ηττημένος και έπεσε σε περισυλλογή. Το μυαλό του περιστρέφεται στα ίδια και στα ίδια. Τα υποθετικά σενάρια για το μέλλον μάχονται με τα γνωστά σενάρια του παρελθόντος.
Κοιτάζει γύρω του συνέχεια, νομίζει ότι όλα είναι φυσιολογικά και θεωρεί ότι εκείνος μόνο διαφέρει.
Πόσο λάθος κάνει…
Την είδε σύντομα ξανά, φορούσε μαύρα σαν χήρα, όχι αυτές τις κακιασμένες, μα αυτές τις πληγωμένες. Το πρόσωπό της ήταν άσπρο γερασμένο, λες κι έκλαιγε μερόνυχτα, λες και χρόνια δέκα πέρασαν.
Τη φίλησε ξανά και πήραν άλλους δρόμους…μέχρι να συναντηθούν ξανά…και ξανά…μέχρι να θυμηθούν πως ήταν οι καλύτεροι εραστές…Αυτό δεν αλλάζει, είναι ριζωμένο τόσο βαθιά, που δεν μπορεί κανείς να το σκοτώσει…
