Το μοιρολόι των τσιγγάνων
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Μία φωτιά αναμμένη, εστία συμβολική και γύρω της στήνεται ο χορός. Έριδες και βεντέτες εξαφανίζονται με ένα τρόπο μαγικό και λυρικό. Όλοι γίνονται ένα, η φυλή είναι ομοούσια. Μοιάζουμε πολύ εμείς και οι τσιγγάνοι, γι’ αυτό μας θέλαν στα στρατόπεδα, σαπούνι να μας κάνουν.
Κλαρίνο, τουμπελέκι, ακορντεόν, ντέφι και μια ξεφτισμένη κιθάρα αρκούν η σπίθα της γιορτής ν’ ανάψει. Άφθονο ποτό και φαγητό, που αύριο θα λείψουν απ’ τα στόματα όλων. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το σήμερα, η εντύπωση στη μνήμη και τη συνείδηση όλων. Μικροί και μεγάλοι είναι ίσοι.
Κλαρίνο και βιολί παραπονιάρικα, λένε ότι δεν μπορεί να πει το στόμα. Λένε ότι κρύβει η ψυχή. Πολύχρωμα ρούχα λικνίζονται και προκαλούν ακόμα μεγαλύτερη ζάλη. Άντρες-γυναίκες είναι ίσοι…
Γλέντι μέχρι πρωίας. Ο ήλιος θα μας πει, πότε θα σταματήσουμε. Αν θέλουμε όμως… Είμαστε ελεύθεροι…
Όλοι σωπαίνουν ξαφνικά, κουρασμένοι απ’ το χορό, ζαλισμένοι απ’ το φαγητό, μεθυσμένοι απ’ το καλό κρασί. Το μοιρολόι ξεκινά. Πρέπει να τιμήσουμε αυτούς που λείπουν, αυτούς που θέλουν να είναι εδώ και δεν μπορούν, γιατί είναι πια νεκροί.
Το κλαρίνο κλαίει σαν άνθρωπος, ίσως κλαίει καλύτερα. Οι έριδες σβήνουν σαν τα τελευταία κάρβουνα της εστίας. Σβήνουν όλα σιγά σιγά κι ο ήλιος ανατέλλει.
Εκεί που τελειώνουν όλα, μία νέα αρχή θα ξεπροβάλει. Όλα είναι αέναα, δεν υπάρχει αρχή και τέλος. Μόνο εμείς οι άνθρωποι τελειώνουμε.
Αρρώστησες και θα πεθάνεις αγαπημένε σύμβουλε, καρπός Εβραίου και Τσιγγάνας. Ποτέ δεν μου πες λάθος συμβουλή. Σ’ ευχαριστώ για όλα… Η τελευταία μας η κατοικία, θα είναι μακρινή. Θα απέχουμε ο ένας απ’ τον άλλον. Θα σκάψω από τον τάφο μου, κει στη Σαλονίκη, όλη τη Γη για να σε βρω ξανά, όσο μακριά κι αν βρίσκεσαι θαμμένος.
Θα σε κοιμίσω εγώ για πάντα, με ήχο μεγαλόπρεπο Βυζαντινό, με της Άλωσης τη θλίψη και της Ανάστασης τη δόξα, φορώντας το κίτρινο αστέρι εμπρός από την πληγιασμένη μου καρδιά, και σημαία το γαλάζιο, το χρώμα της όμορφης Ελλάδας μου…
Το ένδοξο μοιρολόι των τσιγγάνων, γράφτηκε για σένα, γράφτηκε για εμάς, γράφτηκε για κάθε άνθρωπο στον γαλάζιο μας πλανήτη. Η μουσική κλίμακες ακολουθεί, οι νότες ανεβαίνουν-κατεβαίνουν, όπως η χαρά κι η λύπη στη ζωή, μα πάντα σε μινόρε…
Θα μου λείψεις όσο κανένας άλλος, αλλά δεν θα σε ξεχάσω ποτέ…Τώρα αναλαβάνω εγώ, γιατί είμαι ικανή επειδή με δίδαξες ΕΣΥ. Γι αυτό προσφέρθηκα να σου την πω κατάμουτρα, την είδησή σου την κακή. «Σύμβουλε μου, θα πεθάνεις.» Μεγάλη τιμή για μένα, το θάνατό σου να σου αναγγείλω. Ξέρω καλά πώς ήτανε το τελευταίο σου το τάμα, μόνο από μένα ήθελες να ακούσεις το κακό σου το μαντάτο. Και στο χρόνο απάνω, στη Χάιφα θα σε πάω, δίπλα στον πατέρα μου να είσαι πατριός μου.
Αφιερωμένο στον Μ.Α. γεννημένο το 1929 κάπου εκεί στη Γερμανία. Δραπέτης των Ναζί, δραπέτης του Τείχους, επιζών του μαυροκόκκινου ρατσισμού και του ανελέητου κόκκινου φασισμού…
