Ο καυτός ήλιος του Λιβυκού…
της Γωγώς Γεωργίου
Ήταν Αύγουστος του 2010…
Κρήτη…Παλαιοχώρα….σε μια καντίνα στην άκρη της Παχιές Άμμου…μιας απ’ τις παραλίες αυτού του παραδείσου.
Απομεσήμερο και ο καυτός ήλιος του Λιβυκού πελάγου μας είχε σπρώξει πλάι σε κατή αλμυρίκια και κάμποσες παγωμένες μπύρες! Εγώ σταθερή στο ουζάκι μου χάζευα τη θάλασσα που λαμπύριζε στο χάδι το καυτό του ήλιου.
Σ’ ένα τραπεζάκι πιο κει καθισμένος ένας άντρας έπινε νωχελικά τη μπύρα του και σιγομουρμούριζε ένα μπλουζ αργόσυρτο σαν τα τεμπέλικα καλοκαιρινό μεσημέρια!
Μετά από λίγο έσκυψε και σήκωσε αργά μια κιθάρα που κοιμόταν ακουμπισμένη στην καρέκλα του και άρχισε να την χαϊδεύει σαν να της ζητούσε να του κάνει σεγκόντο στο μουρμούρισμα του…και αυτά πρόθυμη ζωντάνεψε στα χέρια του… ξάφνου το μουρμούρισμα έγινε τραγούδι!
Ένας άλλος άντρας συνομήλικος του πρώτου ήρθε κι’ έκατσε κοντά του. Με την κιθάρα του έπιασε τον ρυθμό και η μελωδία έγινε χορός! Πιο κει λιαζόταν μια ξανθιά γυναίκα!
Σηκώθηκε πήγε κοντά, άνοιξε μια θήκη μαύρη έβγαλε από μέσα ένα σαξόφωνο και τότε κάτι απόκοσμο γίνηκε σ’ εκείνη την απόμερη καντίνα !
-Κέρνα τσι ξένους μωρέ Νικολιό μη φύγουνε! φώναξε ο ξάδερφος ο Δημητρός.
Και απ το ένα στ’ άλλο κέρασμα η φωνή του πρώτου άντρα εναλλάσσονταν μ’ ένα φλάουτο παρέα με τον Nick και μας μαγνήτιζε όλο και πιο πολύ!
Η ξανθιά μ το σαξόφωνο τραγουδούσε μπλουζ μ’ έναν τρόπο που ήθελες να πεις στη θάλασσα να μην ανασαίνει για να μπορείς ν’ ακούς , ν’ ακούς μόνο, και να ταξιδεύεις μαζί τους!
Είχε ήδη νυχτώσει και όχι μόνο είχε νυχτώσει, αλλά είχε πάει τόσο αργά που η Παλαιοχώρα πέρα έδειχνε να’ χει γείρει ήδη και να ονειρεύεται!
Καλοκαίρι…Αύγουστος 2010 ήταν που γνώρισα τον Arvid Jayal και την Joe του, τον Chris Gray κ την Jann του, τον Nick…
και φέτος θα ξαναβρεθούμε εκεί ξανά…διπλά στ’ αλμυρίκια στην μικρή καντίνα…στην άκρη της Παχιάς Άμμου!
Και ας έχουν αλλάξει ΠΟΛΛΑ…..εμείς θα προσπαθήσουμε…
