Φρέσκα

Ein schoner tag

«Μία όμορφη ημέρα», της Βιτάλια Ζίμμερ.

Είμαι κουρασμένη, σχεδόν εξαντλημένη. Το τεχνητό φως της καμπίνας του αεροπλάνου με ενοχλεί κι ανοίγω τα μάτια μου σιγά-σιγά.

Κοιτάζω το σκοτάδι, μέσα απ’ το παράθυρο και αντί να δω την πλάση, βλέπω εμένα και εστιάζω στα σημάδια του χρόνου και της κόπωσης. Είδα ένα όνειρο πως ήμουν παγιδευμένη στην χρονική παγίδα των γεγονότων και των συναισθημάτων μου, μέσα σε μία ατελείωτη νύχτα γεμάτη πόνο και θλίψη. Είμαι και θύτης και θύμα.

Η αναγγελία του κυβερνήτη προς το πλήρωμα, να λάβει θέσεις προσγείωσης, διακόπτει τον ατέρμονο συνειρμό του ονείρου. Επιστρέφουμε στο έδαφος της Γης. Ο Χάιντς με περιμένει στο αεροδρόμιο ως συνήθως. Πήρε τη βαλίτσα μου κι εγώ κράτησα την τσάντα και τον χαρτοφύλακα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι μου, κουβάλησε τα πάντα, γιατί κατάλαβε πως ήμουν εξαντλημένη. Τον ευχαρίστησα και του είπα καληνύχτα. Πρέπει να πάει κι αυτός στην οικογένειά του.

Μπήκα στο μπάνιο αμίλητη και στάθηκα κάτω από το νερό σχεδόν μια ώρα. Δεν μπορώ να κοιμηθώ, φοβάμαι εκείνο το όνειρο, που από την ατελείωτη νύχτα του, είναι αδύνατον να ξεφύγω. Αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα και δίπλα στο τραπέζι έχω ένα ποτήρι διαλεχτό ουίσκι άθικτο. Σταγόνα δεν πρόλαβα να πιώ. Νόμιζα πως ήμουν ξύπνια και σκεφτόμουν τι να κάνω όταν ξημερώσει, αλλά εγώ κοιμήθηκα βαθιά, ανήσυχη γεμάτη από τις ανύπαρκτες αναμνήσεις του ψυχεδελικού ονείρου μου.

Την άλλη μέρα πρωί – πρωί, πήγα στο Νταχάου, για κάποιους μουσείο, μα για μένα φυλακή και εργοστάσιο θανάτου. Έκανα αυτό που σκέφτηκα και έφυγα χωρίς πίσω μου να κοιτάξω, γιατί ξέρω ότι θα έρθω κάποια στιγμή ξανά.


Μπήκα στο αεροπλάνο για την γενέτειρά μου, τη Θεσσαλονίκη μέσα στη μαύρη νύχτα. Θέλω να δω τον ήλιο να ανατέλλει από ψηλά. Το είδα το αστέρι μας το ζωοποιό, που ήταν κάποτε θεός για τους ανθρώπους. Στην τσάντα μου έχω δυο πουγκιά, που μέσα τους έχουν χώμα του Νταχάου, με την ελπίδα ότι θα πάρω μαζί μ’ αυτό κάτι από το σώμα τους, έστω ένα κύτταρο. Το πρώτο πουγκί είναι για τη γύφτισσα γριά. Έχει χρώμα καφέ κι είναι δεμένο με κορδέλα ασημένια, έτσι για να την ασημώσω. Το δεύτερο είναι κι αυτό καφέ, μα η κορδέλα είναι γαλανόλευκη, όπως η ένδοξη σημαία μας και το χρώμα τ΄ ουρανού μας.

Το άδειασα, το σκόρπισα με την βοήθεια του γλυκού ανέμου θωρώντας τον ήλιο της Ελλάδας, σε εκείνο το νεκροταφείο, που μας το πήραν κι αυτό. Είναι για τ’ αδέρφι του πατέρα μου, που μόνο εγώ το ξέρω, αν κάποτε υπήρξε κι αν το όνειρο, μου είπε την αλήθεια. Τρέμω στην ιδέα ότι το έκαναν εσκεμμένα, για να σωθεί τουλάχιστον το ένα το δίδυμο το βρέφος, που μετά από χρόνια γέννησε εμένα. Κι αν αυτή η εκδοχή δεν συνέβη ποτέ σε εμάς, για κάποιους άλλους είναι αλήθεια.

Της γύφτισσας το χώμα, το άδειασα εκεί μπροστά στη θάλασσα, φορώντας ρούχα που έχω για τους φίλους. Στο τέλος, της χάρισα και τη λευκή σημαία μου, της ανακωχής το σύμβολο, από την Πόλη δώρο της μάνας μου ιερό. Την ανέμισε, την πήρε άνεμος βοριάς σαν τον Βαρδάρη, μακριά στο πέλαγος την πήγε, ώσπου την έχασα απ’ τα μάτια μου για πάντα. Όποιος τη σημαία βρει, ίσως τη γύφτισσα στον ύπνο του τη δει .

«Αχ, γριά μου γύφτισσα, την γαλήνη να τη βρεις, άλλον κοινό θνητό στα όνειρά του μην τον ταλαιπωρήσεις…»

Παρήγγειλα κρασί λευκό και ψάρι, όπως αρμόζει στων ανθρώπων τις κηδείες, μα έχω ένα χαμόγελο ξανά στα χείλη μου. Ότι ήταν να πράξω, το έπραξα. Εγώ θα προχωρήσω.

– Τέλος –

Σήμερα είναι μια όμορφη ημέρα, που όταν τελειώσει, τίποτα δεν θα είναι ίδιο.


Σημείωμα (Teacher’s notes):

Η μουσική που συνοδεύει το κείμενο είναι το «Ein schoner tag» που σημαίνει «Μία όμορφη ημέρα».

Η σειρά “Night” κλείνει λυτρωτικά με «Μία όμορφη ημέρα». Το βάρος είναι και στα δυο μου χέρια. Το ένα βάρος είναι καταθλιπτικό και πηγάζει από την Εβραϊκή καταγωγή του πατέρα μου και το άλλο το ανήθικο, προέρχεται από την Βαυαρή μητέρα μου, με ένα τρόπο πιο επαγωγικό. Σίγουρα θα έχω συγγενή που λάτρεψε το καθεστώς και σήκωνε το χέρι ψηλά. Από τα δύο βάρη δεν ξέρω ποιο είναι το πιο βαρύ. Ξέρω μόνο, ότι κουβαλάω και τα δύο. Γι’ αυτό στο “Night visitor” τραυμάτισα με το αδέξιο δεξί μου χέρι, το άλλο το καλό, της καρδιάς το χέρι. Η επιλογή της Γερμανικής γλώσσας και της εξαιρετικής μουσικής των Γερμανών Schiller, ήταν επιβεβλημένη και στόχος ήταν να ξορκίσω τα ταμπού. Εξαίρεση προέλευσης αποτελεί το μεγαλειώδες πρελούδιο του Ούγγρου πιανίστα Havasi (Χαβασί).

Η γύφτισσα γριά είναι το υπέρτατο σύμβολο των κειμένων. Μία άσχημη ταλαιπωρημένη ψυχή, που την γράφω σχεδόν πάντα «γύφτισσα γριά» κι όχι για παράδειγμα «τσιγγάνα μαυρομάτα», συμβολίζει την ανάγκη απεξάρτησης από το ρατσισμό και τα στερεότυπα της εξωτερικής εμφάνισης, ενώ ο εξοστρακισμός του άδικου Καιάδα της τρίτης ηλικίας που βλέπουμε γύρω μας, πρέπει να αποτελέσει ένα ακόμα αντίδοτο στην υποβάθμιση της κουλτούρας και της κοινωνίας. Ποιος θα αγκάλιαζε χωρίς δισταγμό μία βρώμικη αποστεωμένη γύφτισσα γριά; Ποιος το περίμενε η λιμοκτονούσα γριά να δώσει την τροφή της σε μένα αντί να φάει η ίδια; Ποιός περίμενε μια γριά με άθλια εμφάνιση να βγάλει από τον κόρφο της ένα λουλούδι γεμάτο άρωμα;

Το κίτρινο ρόδο, που φέρει το χρώμα του μίσους έχει και κινηματογραφική αξία. Από τη μία προσφέρει κοντράστ χρωμάτων στο ασπρόμαυρο σκηνικό της νύχτας και από την άλλη υπογραμμίζει αλληγορικά, ότι το μίσος οδηγεί στην αγάπη και στην Ανάσταση. Το μίσος είναι συναίσθημα που μπορείς να το καταστείλεις κοιτάζοντας τον ουρανό, όπως στο “Night sky”, αντιλαμβανόμενος το ασήμαντο εγώ σου. Το μίσος χρειάζεται μόνο για να αμυνθείς και πρέπει να είναι προσωρινό. Το κυριότερο πρόβλημα των Ελλήνων είναι ένα. Ο εμφύλιος πόλεμος παραμένει ακόμα ζωντανός και σε επαγρύπνηση, εγκατεστημένος μόνιμα στο κέντρο ομιλίας χωρίς καμία διασύνδεση με τους νευρώνες και τη νοημοσύνη. Οι δύο πλευρές πρέπει να συγχωρέσουν η μία την άλλη και να επιβάλλουν την ηθική ποινή του αυτοπεριορισμού στο διχαστικό λόγο. Αν το πράξουμε, τότε θα δούμε την ευημερία να ανυψώνεται και να μας φωτίζει όλους.

Η κουβέρτα είναι το σύμβολο της τρυφερότητας. Είναι αυτό που θυμόμαστε από την παιδική μας ηλικία, όταν μας σκέπαζαν οι γονείς μας. Ακόμα και στον ύπνο μας το νιώθαμε. Η κουβέρτα είναι αγωγός της αγάπης. Το μικρό παιδί που έχουμε μέσα μας, ποτέ δεν θα χάνεται, όσο κι αν αλλοτριωθούμε ηθικά στο διάβα της ζωής.

Η κουκουβάγια που παρεμβαίνει αποτρέποντας ως από μηχανής θεός τη μεταβολή του παρελθόντος, συμβολίζει τη μοίρα. Το παρελθόν δεν αλλάζει, ειδάλως θα είχαμε χρονικό παράδοξο. Γι’ αυτό και το ταξίδι που θέλω να κάνω στο παρελθόν για να σκοτώσω τον Αδόλφο στην κοιλιά της μάνας του, δεν είναι ευχή, είναι κατάρα.

Η εικόνα της γονατισμένης γυμνόστηθης Βιτάλιας αποτελεί σύμβολο του αρχέγωνου ανίκητου ενστίκτου της μητρότητας, που όταν υπερεκφραστεί μετατρέπεται σε σοβαρή ψυχική διαταραχή και αποτελεί μία αφετηρία για την ανεπιστρεπτί εκμηδένιση της αυτοεκτίμησης και την απεμπόληση της ερωτικής φύσης, που μοιραία οδηγεί στην απαξίωση και την αυτοεξορία από το κοινωνικό σύνολο, ενώ παράλληλα συνθλίβει τον απογαλακτισμό. Γι’ αυτό λίγο μετά, όταν ολοκληρώνεται η σκηνή και αποχωρώ, κουμπώνω το πουκάμισο. Αντιθέτως, η εικόνα της όρθιας γυμνόστηθης Βιτάλιας με σηκωμένα τα χέρια προς τον ουρανό, είναι η ευθεία αμφισβήτηση του Θεού, εξαιτίας της ύβρεως που αφήνει να διαπραχθεί εις βάρος του νεογνού. Η ντροπή του Θεού υπερβαίνει την ντροπή της ημίγυμνης γυναίκας σε ανοικτό χώρο. Αυτό επιβεβαιώνεται με την κραυγή που αγρίμια τρέπει σε φυγή, διότι προς στιγμήν η οργή μου, μου δίνει τη δύναμη να εξουσιάζω τη φύση την οποία εγκατέλειψε ο Θεός. Κι επειδή η ύβρις σύρει άλλη ύβριν, τη δική μου αυτή τη φορά, περπατώ επάνω στα κοφτερά τα θραύσματα.

Στο κείμενο «Night Visitor» η πλοκή αποκαλύπτει το πιο απαραίτητο συστατικό της τραγωδίας, την τραγική ειρωνεία. Μία γυναίκα ώριμη είναι έτοιμη να θηλάσει τον θείο της χωρίς να το γνωρίζει. Δεν είναι Οιδιπόδειο σε καμία περίπτωση διότι επικρατεί το ένστικτο της μητρότητας προς ένα άγνωστο νεογνό. Το θέμα της κυκλικής ιστορίας δημιουργεί ένα πρόβλημα πρότερης γνώσης της συγγένειας κατά τη δεύτερη ροή, το οποίο όμως απαλείφεται στο κείμενο «Night Rose» όπου αναφέρεται επί λέξη: «Δεν θυμάμαι πότε ήταν μέρα, μα νοιώθω σαν να ξύπνησα πριν από λίγο.» Η απώλεια μνήμης και η διαδικασία εξαγνισμού στα νερά του ποταμού, βοηθούν στο να ξεπεραστεί ο σκόπελος που προκαλεί το ατέρμονο της ιστορίας.

Η διαδικασία της αυτογνωσίας συμβαίνει στο κείμενο «Night Driving», όπου εκεί διατυπώνεται η ορθή αντίληψη για την φύση του ανθρώπινου είδους. Ακολουθεί ο μηδενισμός μέσω της επανασυνειδητοποίησης του άπειρου, στο κείμενο «Night Sky», όπου στο τέλος ευχαριστώ τον Δημιουργό των πάντων, ως μία έμμεση αλλά σαφή συγγνώμη για την ύβρη μου.

Στα κείμενα, η κάθαρση των προπατορικών εγκλημάτων και αδικιών που κληρονόμησα αυτοβούλως ως νοήμον ον, λαμβάνει χώρα στον ποταμό Ίζαρ. Η γριά η γύφτισσα είναι το ενεργητικό μέλος στο αρχαίο τελετουργικό, η οποία με έλουσε εκδηλώνοντας έμπρακτα τη συγχώρεση, ως η μοναδική που έχει το ηθικό δικαίωμα να το πράξει και ίσως και να το δικάσει. Δράμα χωρίς κάθαρση, δεν είναι δράμα.

Η έννοια του υπερφυσικού υπάρχει σε μία τραγωδία. Στην περίπτωσή μας δεν είναι ο Άδης, αλλά το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Είναι το σημείο συνάντησης των ζωντανών και των νεκρών. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει μία σημαντική ομοιότητα. Η επίσκεψη στον Άδη πάντα τρόμαζε του ανθρώπους. Υπάρχει όμως και μία σημαντική διαφορά. Η νεκρή φεύγει απ’ τον δικό μου Άδη φορώντας τα παπούτσια μου. Πάντα χρειάζεται κάτι πολύ προσωπικό ένας νεκρός από τον κόσμο των νεκρών για να ξεφύγει. Σχεδόν σε όλη την ιστορία η Βιτάλια είναι ξυπόλητη. Πρόκειται για ένα συμβολισμό ελευθερίας και αδιαφορίας για τον υλικό κόσμο και την άνεση. Η Βιτάλια δεν χρειάζεται τα παπούτσια της για να περιπλανηθεί μέσα στη νύχτα. Αυτό είναι προσωπική επιλογή και το έχω ξαναγράψει και σε άλλο κείμενο.

Συνοψίζοντας, η δική μου άμυνα σε όλα αυτά, παραμένει η γαλάζια μου καρδιά, η Ελληνική ψυχή που λέει αυθόρμητα ο λαός μας, που τη θυμάται μόνο σε αθλητικά γεγονότα, αφού όμως επιτευχθεί το ευτυχές αποτέλεσμα της νίκης, υπό την επήρεια της ψυχικής και χημικής μέθης των μαζών. Η θλίψη ως συναίσθημα, είναι η μητέρα της χαράς. Η θλίψη απαιτεί κάθαρση και η κάθαρση συμβαίνει εκεί που συνέβαινε πάντα. Στη Γενέτειρα πόλη μου, την όμορφη ερωτική και αυθεντική Θεσσαλονίκη. Εκεί συναντώ ξανά τη μικρή Βιτάλια, το πιο παράξενο κορίτσι που γνώρισα ποτέ.

Να αγαπάτε και να σέβεστε τον τόπο που γεννηθήκατε και τους γονείς σας.

Είναι αδύνατον να γεννηθείτε και σε άλλους τόπους.

Είναι αδύνατον να σας γεννήσουν κι άλλοι…