Kill Bill (1)
Η μαργαρίτα. Της Βιτάλια Ζίμμερ.
Λίγο πριν το σούρουπο,
εκεί στης Γης την άκρη,
δίπλα στη θάλασσα
που αφρίζει θυμωμένη,
θα ιδωθούμε για μία
τελευταία φορά,
την ώρα που ο ήλιος δύει
κι ο ουρανός ματώνει.
Μια μαργαρίτα θα κρατώ να την μαδήσω,
αργά με ευχαρίστηση και ηδονή.
Τη μεγάλη την απόφαση να πάρω,
τι θ’ απογίνεις συ, με το μυαλό σου το περίεργο.
Της αιμομιξίας άλλων αμαρτία σέρνεις
στο μυαλό σου το αρρωστημένο
και νόμισες πώς όλοι οι άλλοι
θα πράξουνε το ίδιο.
Τους καταδυνάστευσες με θράσος,
τους ευνούχισες χωρίς ντροπή,
τους αποδόμησες σαδιστικά
και τώρα ήρθε η σειρά σου
στο καθρέφτη, που ‘με εγώ,
να κοιταχτείς κλαμένη.
Μαδάω τα κατάλευκα σα νυφικό,
της μαργαρίτας τα γερά τα φύλλα,
που ναι σαν δάκρυα παρθένας πόρνης.
Την ετυμηγορία περιμένω,
το ερωτικό λουλούδι να μου πει.
Ένοχη, το κεφάλι θα σου κόψω,
μα την ψυχή σου δεν τη θέλω,
θα την αφήσω εδώ στην κρύα νύχτα
καταραμένη να περιπλανιέται.
Χάθηκε ο ήλιος,
Χάθηκες κι εσύ, αλλά ο ήλιος
αύριο ξανά θα ανατήλει.
Εσύ όμως, ποτέ…
