Φρέσκα

Ένα σύντομο ταξίδι στη Βέροια

γράφει ο Ντίνος Δαφαλιάς.

Έχω χρόνια να πάω στη Βέροια. Πέρασαν σχεδόν 25 χρόνια από τότε που φεύγαμε από Θεσσαλονίκη με ταξί και πηγαίναμε στα καλύτερα μπουζούκια της Βόρειας Ελλάδας. Τότε ήμασταν εργένηδες που είχαμε το μυαλό να μην οδηγούμε μεθυσμένοι. Πάλι καλά.

Άδεια την Παρασκευή, η τελευταία του Αυγούστου για να φύγω Πέμπτη απόγευμα. Πρέπει στις πέντε το απόγευμα να φύγω. Η δουλειά είναι ελαστική αλλά πάντα σέρνω κι αυτό το ρημάδι το laptop για τα δύσκολα. Το κινητό με την ξεψυχισμένη μπαταρία, μονίμως στον αναπτήρα να περιμένει το fackup για να κάνω ανοιχτή ακρόαση. Κι αν τα πράγματα δυσκολέψουν, κάνω στην άκρη και συνδέομαι. Κωδικοί, VPN και Authenticator για να μπω στο σύστημα.

Κι έχω κι αυτά τα διόδια, κάθε είκοσι λεπτά, δέκα στον αριθμό μέχρι τον προορισμό μου. Στην αρχή είπα να το πάω νόμιμα. Δεν βγαίνει βρε παιδί. Εντάξει, στα τούνελ πάμε με ογδόντα. Στα τούνελ αν υπάρχει φωτιά δεν θα βρουν τίποτα. Υπάρχουν κι οι ηλίθιοι που πάνε με χίλια.

Μετά τη Λαμία αρχίζει η ανηφόρα. Δεν θα φτάσουμε ποτέ… Ακυρώνω το Cruise και ανεβάζω μέχρι τα 150. Ξανά Cruise. Αρχίζουν όμως οι στροφές. Άκυρο. Εδώ θέλει χέρια και πόδια. Ευτυχώς μας τέλειωσαν οι στροφές. Cruise στα 160 και βλέπουμε, κλέβει και το κοντέρ επίτηδες. Δεν βγαίνει όμως. Πρέπει στις εννιά το βράδυ να είμαι εκεί. Πατάω τα κουμπιά στο τιμόνι κι ανεβάζω.

Δεν γαμιέται… Συντηρώ εκτός από μένα, κι άλλους τρεις που δεν θέλουν να με ξέρουν. Ήρθε η ώρα επιτέλους να προσεύχονται για μένα. Διακόσια το ρημάδι και πάει κι άλλο. Το πολύ πολύ να πληρώσω 350 ευρώ και να χάσω το δίπλωμα για δυο μήνες. Ο στόχος επετεύχθη. Είμαι ακριβής στο ραντεβού.

“Πουκάμισο έχεις;”

“Όχι, μόνο μπλουζάκια”

“Πάρε ένα δικό μου κι έλα αύριο στο στρατόπεδο, στις εννιάμισι”

Αυτός ο διάλογος είναι ο υπέρτατος διάλογος της φιλίας. Δεν περίμενα ποτέ ένας Ταξίαρχος, φίλος 30 χρόνια, να με παρουσιάσει σε όλο το στρατόπεδο σαν ζωντανή απόδειξη της φιλίας.

Την Κυριακή στις εννιά ξεκινώ για Αθήνα. Ένα καφέ στο αμάξι, βενζίνη 100 ευρώ, γέμισμα το e-Pass και φύγαμε. Σε μια ώρα είμαι στη Λάρισα. Χτυπάει το κινητό.

“Που είσαι;”
“Λάρισα είμαι. Έρχομαι.”

Δεν υπολόγισε καλά ο αδερφός, λογάριασε 4 ώρες να γίνει το φαγητό. Μια ώρα νωρίτερα στην Αθήνα. Το αμάξι γεμάτο αίμα από τα έντομα. Άσπρο είναι, κόκκινο έγινε.

Φάγαμε, ήπιαμε και στο τέλος ρεβανί Βεροίας.

Ένα κουτί για τον αδερφό κι ένα κουτί για τη μάνα μου.

May be an image of outdoors