«α-»
α-, αχώριστο πρόθεμα στα σύνθ.: I. α στερητικό· εκφράζει έλλειψη ή απουσία, όπως το Λατ. in- ή το Αγγλ. un-, π.χ. σοφός, σώφρων· ἄ-σοφος, άφρονας· βλ. ἀν-. Αυτό το α σπανίως προηγείται φωνήεντος, όπως στα ἄ-ατος, ἀ-ήθης. Συχνότερα απαντά μπροστά από δασεία, όπως στα ἀ-ήσσητος, ἀ-όρατος, ἀ-όριστος· μερικές φορές το α συνενώνεται με το φωνήεν που ακολουθεί…
❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀
Χρήστος Ε. Δημάκης…«Άλφα στερητικόν»
Ανάκουστος,
ανεξάλειπτος, αξεδίψαστος, ανυμέναιος,
αναληθοφανής,
αψηλάφητος, αχώρητος, απροσφώνητος,
άγνωρος,
ανεξιλέωτος, ασώπαστο, ατελεσφόρητο,
ακατάπνιχτος,
αχρονικότητα.
Μα γίνεται ποίηση μ’ όλα αυτά τα α;
