Κυριακή πρωί στην Εκκλησία
της Βιτάλια Ζίμμερ.
«Και εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν· ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο ὁ Θεὸς ποιῆσαι.»
Γένεσις 2,3
Αναπαύθηκε, δηλαδή ξεκουράστηκε ο Κύριος, ο Δημιουργός των πάντων. Κι εμείς οι άνθρωποι, ως «κατ΄ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» πράττουμε αναλόγως. Λάθος…
Κυριακή πρωί ξημερώνει για τους ανθρώπους. Το προηγούμενο βράδυ αρκετοί έχουν ξεφαντώσει, έχουν πιει, έχουν κάνει έρωτα. Άλλοι με το νόμιμο ταίρι τους κι άλλοι με ερωμένους κι ερωμένες.
Πρέπει να προλάβουν τη λειτουργία, διότι δεν είναι σωστό να πηγαίνουν λίγο πριν τη θεία κοινωνία. Το ζευγάρι ετοιμάζεται, φοράει τα καλά του, μυρίζει ναφθαλίνη όλο το σπίτι. Μετά ετοιμάζουν τα παιδιά. Κι αυτά ντυμένα με καλά ρούχα. Η οικογένεια πρέπει να δείχνει καλοντυμένη κι ομοιογενής.
«Αυτό το παντελόνι βρήκες να βάλεις;»
«Πολύ κραγιόν έβαλες. Δεν πάμε σε μπουζούκια, στην εκκλησία πάμε»
«Αυτό το πουκάμισο δεν είναι καλά σιδερωμένο. Βάλε άλλο.»
«Κούμπωσε καλά κι εσύ το δικό σου. Φαίνονται τα βυζιά σου.»
«Πώς τα έντυσες έτσι τα μωρά. Μα τι κάνεις;»
Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν σε άκρως Χριστιανικό ύφος στο σπίτι. Εκνευρισμός και γκρίνια εκατέρωθεν. Βγαίνουν από το σπίτι και κλειδώνουν.
«Ψιλά πήρες για τα κεριά;»
«Όχι»
Ξεκλειδώνουν όλο νεύρα την κλειδαριά της εξώπορτας. Λογικό είναι. Τα χρήματα βρίσκονται στα άλλα ρούχα τους, τα καθημερινά.
«Μα όλα εγώ θα τα θυμάμαι; Όλο μαλακίες…»
«Μα είναι δυνατόν να πληρώνουμε τα κεριά; Τιμοκατάλογος στην Εκκλησία;»
Η οικογένεια φτάνει στην εκκλησία. Όλα πρέπει να δείχνουν τέλεια παρά τις πρωινές διενέξεις. Η είσοδος στο ναό πρέπει να είναι εντυπωσιακή και συνάμα ταπεινή. Πρώτη επίσκεψη στα κεριά. Ρίχνουν τα κέρματα ένα – ένα για να κάνουν θόρυβο, μην τύχει και τους αποκαλέσουν τζαμπατζήδες. Ρίχνουν το πολύ ένα ευρώ σε κέρματα των 20 λεπτών και αρπάζουν από 4-5 κεριά ο καθένας που σύμφωνα με την εκκλησία κοστίζουν περισσότερο.
«Τι κάνεις εκεί; Από ένα κερί ο καθένας.»
«Για τα πεθαμένα μας.»
Ανάβουν τα κεριά στα μανουάλια και κάνουν το σταυρό τους. Μετά από 2-3 λεπτά θα τα αρπάξει ο νεωκόρος και θα τα σβήσει. Τόσο πλήρωσαν, τόσο έκαψαν. Ακολουθούν οι σταυροί μπροστά στις εικόνες και το γνωστό φίλημα. Σηκώνουν τα μωρά για να κάνουν το ίδιο.
Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας δεν υπάρχει η απαραίτητη ησυχία.
«Μπα; Η Μαρία. Χώρισε κι αυτή. Την έπιασε ο άντρας με άλλον. Μεγάλη τσούλα.»
«Κοίταξέ την άλλη! Ήρθε με μίνι στην εκκλησία. Μόνο το βρακί της δεν είδαμε.»
Η καλλίγραμμη γυναίκα κάνει ένα νεύμα στο σύζυγο. Ο παπάς εκφωνεί «Τα Σα εκ των Σων» κι η σύζυγος αρχίζει να διερευνά τις πιθανές σχέσεις του άντρα της με την ωραία και τολμηρή κυρία, σε πολύ έντονο ύφος.
«Με κάνεις ρεζίλι στην εκκλησία;»
Τα μωρά είναι ανήσυχα, αρχίζουν να κλαίνε και το ζευγάρι θέλει να σφάξει ο ένας τον άλλον.
«Σσσσσσσσσσσσσσσσσστττ» ακούγονται.
Σταματούν να μιλάνε και αρχίζουν να κοιτούν στο βορρά εκείνη, κι εκείνος στο νότο.
Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ένα γερό χτύπημα με τον αγκώνα στο νεφρό του άλλου, σαν πυροβολισμός του αφέτη σε αγώνα δρόμου 100 μέτρων. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα συνωστίζονται όλοι πέριξ της Ωραίας Πύλης για να λάβουν την πολύτιμη Θεία Κοινωνία. Οι κινήσεις των πιστών θυμίζουν αθλητές του basketball στο NBA κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ελεύθερών βολών ή τις κινήσεις ποδοσφαιριστών στην μεγάλη περιοχή κατά την εκτέλεση Corner.
Κι αφού έλαβαν την πολυπόθητη Θεία Κοινωνία, αναζητούν με αγωνία το αντίδωρο. Αρπάζει ο καθένας από 2-3 ψωμιά. Ένα σαλαμάκι και τσίπουρο αν είχαν, θα ήταν τέλεια.
«Επιτέλους κοινώνησα και αισθάνομαι άλλος άνθρωπος…» είπαν κι οι δυο ταυτόχρονα.
Καλή Κυριακή!
ΥΓ: Το τραγούδι είναι αγαπημένο των Ελλήνων μεταναστών της Γερμανίας. Το λένε και με άλλο σόκιν στίχο…ακόμα και σε γάμους.