Φρέσκα

Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα (7)

Εὐ­στα­θί­α Δή­μου …Κλέ­φτες κι Αστυνόμοι*

 

       — Σ’ ἔ­πια­σα! Ἀ­κί­νη­τος.

       — Ζα­βο­λιά! Δὲν πρό­λα­βες νὰ μ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.

       — Σ’ ἀ­κούμ­πη­σα. Γιά­ννη, Πά­νο, ἐ­λᾶ­τε! Τὸν ἔ­πια­σα.

       — Μὰ δέν…

       — Σκά­σε ρέ! Ἔχασες! Τί θέ­λεις τώ­ρα; Σὲ συλ­λαμ­βά­νω.

       — Ἐν­τά­ξει. Ἔχασα. Δὲν παί­ζω ἄλ­λο.

       — Παί­ζεις. Εἶ­σαι κλέ­φτης καὶ σὲ ἔ­χω συλ­λά­βει.

       — Δὲν εἶ­μαι κλέ­φτης.

       — Εἶ­σαι! Εἶ­σαι κλέ­φτης! Πα­ρα­δέ­ξου το.

       — Ἐν­τά­ξει, τ’ ὁ­μο­λο­γῶ. Ἔ­κλε­ψα.

       — Τί ἔ­κλε­ψες δη­λα­δή;

       — Μιὰ γό­μα.

       — Ἀ­πὸ ποῦ;

       — Ἀ­πὸ τὴν κα­σε­τί­να τῆς Μα­ρί­ας.

       — Καὶ τί ἄλ­λο; Λέ­γε.

       — Καὶ ἕ­να μο­λύ­βι.

       — Πά­λι ἀ­πὸ τὴ Μα­ρί­α;

       — Ναί.

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι πο­λὺ σο­βα­ρό.

       — Ἄ­φη­σέ με. Θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι μου.

       — Δὲν ἔ­χεις νὰ πᾶς που­θε­νά.

       — Ὁρίστε, νά, πά­ρε τὸ μο­λύ­βι, πά­ρε καὶ τὴ γό­μα καὶ ἄ­σε με. Θέ­λω νὰ φύ­γω.

       — Ἐν­τά­ξει. Πή­γαι­νε γιὰ σή­με­ρα. Θὰ τὰ ποῦ­με ὅ­μως αὔ­ριο.

       — Αὔ­ριο;

       — Ναί. Αὔ­ριο. Δὲν ἔ­χω τε­λει­ώ­σει μα­ζί σου. Ἄ­σε με ἥ­συ­χο, ρὲ σὺ Ἠ­λί­α, σὲ πα­ρα­κα­λῶ.

       — Ὄ­χι Ἠ­λί­α. Κύ­ρι­ε ἀ­στυ­νό­με.

Εὐ­στα­θί­α Δή­μου (Ἀ­θή­να, 1982). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, ὅ­που ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­δα­κτο­ρι­κή της δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὶς θε­α­τρι­κὲς δι­α­σκευ­ὲς πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Στὴ σπο­ρὰ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν (ἔκδ. Εὐ­θύ­νη, 2011), ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο κα­λύ­τε­ρου νέ­ου ποι­η­τῆ.

Πηγή: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/category/

*Κλέφτες και αστυνόμοι

Δύο οι ομάδες: Οι κλέφτες και οι αστυνόμοι. Οι «αστυνόµοι» κυνηγούν τους «κλέφτες» και όποιον ακουµπήσουν, τον βάζουν «φυλακή».

Οι υπόλοιποι «κλέφτες» προσπαθούν ν’ ακουµπήσουν τον «φυλακισµένο», για να «ελευθερωθεί» (σ.σ. φτου ξελευτερία) και να ξαναγίνει κλέφτης.