Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος 1987
γράφει ο Κυριάκος Κυσκηρέας
Τώρα που νόσος έχει καταβάλλει το σώμα αλλά όχι το πνεύμα μου, γυρίζει ο νους σε
αναμνήσεις και μνήμες , σε μέρες χρυσές κι αγνές, σε χρόνια ανέμελα επιφανειακά, αλλά με
βρασμό συνείδησης ,τότε που θέλαμε τον κόσμο εδώ και τώρα και που ελπίζαμε πως θα
γινόμασταν άλλοι. Και πριν αλέκτωρ φωνήσαι γινήκαμε κι εμείς κάτι προβλέψιμοι και
συνηθισμένοι άνθρωποι,κι ευτυχώς που γινήκαμε έτσι και δε γίναμε ακόμη χειρότεροι.
Τουλάχιστο τώρα έχουμε την αυτογνωσία της μετριότητας και στεκόμαστε ικετευτικά μπροστά
στο Θεό, δε μεγαλαυχούμε , δεν καυχιόμαστε, δε δείχνουμε τον τελώνη με το υψωμένο φρύδι
μας, ίσως κάποιες φορές αλλά το μετανιώνουμε, αλλά ούτε και ιλάσθητι λέμε, όχι ακόμη. Πότε
άραγε;
Κι έρχεται στο νου η γλυκειά η ανάμνηση της γνωριμίας αγίων ανθρώπων ως φίλτρο της
καθημερινότητας αλλά και ως έλεγχος και ως φωνή αύρας λεπτής της συνείδησης μας που
ξυπνά έντρομη σα βλέπει κάτι που την τρομάζει και ζητά τα δίκαια της. Ξύπνα βρε, εσύ τότε
κουβέντιασες με τον Παΐσιο. Και σου πε ο αγιασμενος γηροκόμος της Διονυσίου την ιστορία
του. Και σε ορμήνεψε ο παπά Χαράλαμπος κι ο Θεόκλητος Διονυσιάτης. Ω η συνείδηση!
Τίποτα βιαιότερο στη ζωή μας, που λέει κι ο μέγας κανών. Όσο κι αν τη κοιμίζουμε με
δικαιολογίες, αίφνης , ενώ όλα πάνε καλά, φωνάζει και διαμαρτύρεται με φωνή εκκωφαντική,
ουράνια, ξένη, ακαταμάχητη σαν τον έρωτα και σαν το θάνατο, ή και σαν τα δυο μαζί…….
Μάρτης του 87. Χειμώνας βαρύς. Κινήσαμε με το φίλο Άντώνη να πάμε στο Άγιον Όρος. Όι δυο
μας. Όυδένα άλλο γαϊδούρι απο την παρέα μας φιλοτιμήθηκε. Κι αφού καθηκόντως τους
καθυβρίσαμε κινήσαμε, κλασσικά με το τρένο για Θεσσαλονίκη. Άμα τη αφίξει πατσάς, ο
Άντώνης, όχι εγώ. Ταξάκι για ΚΤΕΛ Χαλκιδικής. Μπουγάτσα»θείος Βάνιας» (εγώ, όχι ο Άντώνης)
, λεωφορείο για Όυρανούπολη , κρύο της αρκούδας, λίγα χιόνια στα βουνά. Φυσιολογικά
πράγματα. Ό Άντώνης για πρώτη φορά στο Όρος. Του αρέσουν τα πάντα. Εχει ένα θείο στη
Διονυσίου. Εννοείται πως θα τον δούμε. Τον Παΐσιο θα τον δούμε; Μάλλον ναι.
Πράγματι λοιπόν μετά τις Καρυές που βγάζαμε τότε διαμονητήριο, πήγαμε στο κελί του
γέροντα Παΐσιου. Είμαστε τυχεροί. Μας άνοιξε γρήγορα, παρόλο που βασανιζόταν από μια
μεγάλη κήλη. Μας έφτιαξε καφέ με το ένα χέρι. Με το άλλο βαστούσε την κήλη. Μιλούσε
αργά και κουρασμένα. Υπέφερε, αλλά η φιλοξενία πάνω από όλα. Είχε κόσμο κι έναν εξέχοντα
επισκέπτη, ένα δημοσιογράφο της Guardian που του έπαιρνε συνέντευξη. Μάλιστα
προθυμοποιηθήκαμε να κάνουμε τη μετάφραση. Τα δικά μου Άγγλικά είναι φτωχά, αλλά του
Άντώνη ήταν αξιοπρεπή. Άν κάποιος σήμερα με κοροϊδεύει για τα Άγγλικά μου, του απαντώ
πως έχω χρηματίσει μεταφραστής του Παΐσιου. Ρώτησε ο δημοσιογράφος το γέροντα: «τι
διαφέρει ,γέροντα, η Όρθοδοξία από τη Δύση;» Κι απάντησε ο γέροντας: » Παιδί μου, στη Δύση
ένα κι ένα κάνει δύο . Γιατί η Δύση λειτουργεί με το μυαλό. Στην Όρθοδοξία ένα κι ένα μπορεί
να κάνει ένα εκατομμύριο, γιατί η ορθοδοξία λειτουργεί με την καρδιά. Να, δες την Άνάσταση
του Χριστού. Οι Ιουδαίοι οργισμένοι, οι Ρωμαίοι απειλούν, κίνδυνος και φόβος. Οι μαθητές
του Χριστού ως λογικοί άνθρωποι κρύφτηκαν, γιατί σκέφτονται με το μυαλό σαν τους
ανθρώπους της Δύσης. Οι Ιουδαίοι οργισμένοι, οι Ρωμαίοι απειλούν, φόβος και τρόμος, αλλά
οι μαθήτριες βγήκαν έξω για να αλείψουν με μύρα το Χριστό, γιατί σκέφτονται σαν την
Όρθοδοξία με την καρδιά κι όχι με το μυαλό . Και δε φτάνει που βγήκαν μες τον κίνδυνο,
απορούσαν και μεταξύ τους ποιος θα τους κυλίσει το λίθο από τη θύρα του μνημείου. Κι
επειδή οι γυναίκες είναι χαζές ( εδώ γέλασε ο γέροντας, το «χαζές» απέκτησε μια τεράστια
τρυφερότητα , ένα θαυμασμό) δε σκέφτηκαν πως δεν υπήρχε κανείς να κυλίσει την πέτρα και
συνέχισαν να προχωρούν. Και τσουπ! αποκεκύλισται ο λίθος» . Περιττό να σας πω πως το
«τσουπ» το μεταφράσαμε «τσουπ» κι ο Άγγλος δημοσιογράφος το κατάλαβε απολύτως . Το είχε
ήδη καταλάβει από τη γλώσσα του σώματος του γέροντα. Σίγουρα εντυπωσιάστηκε κι αυτός
και όλοι μας. Νομίζω πως κανείς θεολόγος δεν έχει περιγράψει καλύτερα τη διαφορά
ορθοδοξίας και Δύσης . Έκτοτε πιστεύω πως η ορθοδοξία είναι γυναικεία υπόθεση επί της
ουσίας κι αν οι άντρες κυριαρχούν είναι καθαρά για λόγους άμυνας. Να υπάρξουν κι αυτοί
εκεί που ο νους γίνεται καρδία φλεγομένη, ερωτικά παράλογη, άφοβη, εκεί που τσουπ κυλά η
πέτρα πέραν κάθε λογικής κι ο Χριστός παρουσιάζεται στις πονεμένες Μαρίες να τους πει
«χαίρετε». Κι αυτές με το νου στην καρδιά και με τα δάκρυα της χαράς να τρέξουν στους
μαθητές να το αναγγείλουν. Κι αυτοί ως άνθρωποι των αισθήσεων να μη το πιστέψουν.
Θέλουν τον τύπο των ήλων και θεωρούν βλακείες τα λόγια των κοριτσιών, παραλήρημα,
χαζομάρα. Ω αυτή η αγία χαζομάρα που ανοίγει τις πόρτες των τάφων! Τέρμα. Η ορθοδοξία
είναι γυναικεία υπόθεση. Καρδιακή και αγαπητική.
Ο Άγιος Παΐσιος ήταν ένας αυθεντικός άνθρωπος με πολύ χιούμορ, πολύ απλό φέρσιμο, πολύ
σοφία κι αισθανόσουν υπέροχα κοντά του, ειδικά αν δε ζητούσες τίποτα, πχ ένα θαύμα όπως
πολλοί περίεργοι.
Φύγαμε από τον Παΐσιο πλήρεις. Και τότε να φεύγαμε απ το Όρος θα μας ήταν υπεραρκετό το
προσκύνημα. Όμως μας επιφυλάσσονταν κι άλλες εκπλήξεις .
Κατεβήκαμε προς Ιβήρων αλλά χαθήκαμε και βρεθήκαμε στη Σταυρονικήτα. Δεν είχαν χώρο να
μας φιλοξενήσουν και μας προέπεμψαν γρήγορα γρήγορα να πάμε στην Ιβήρων πριν
βασιλέψει ο ήλιος. Φτερά στα πόδια. Μικρή η μέρα. Κι αν δε προλάβουμε; Εχει ο θεός…
Χαθήκαμε πάλι. Δε πειράζει. Βράχο βράχο προχωράμε. Ενα αγενέστατο κύμα μας έκανε
μούσκεμα. Ό ήλιος πάει να κρυφτεί. Προλαβαίνουμε στο τσακ. Ό αρχοντάρης μας πάει σε ένα
μεγάλο θάλαμο με μια ξυλόσομπα και μας δείχνει τη ντάνα των ξύλων. Όλη νύχτα ταΐζαμε τη
φωτιά. Όταν χτύπησε η καμπάνα ένας μοναχός με ένα δαυλό μας οδήγησε στο ναό. Όι σκιές
μας προξενούν φόβο. Η ακολουθία αποζημιώνει. Ξημέρωσε η μέρα. Τράπεζα υπέροχη. Ό
τραπεζάρης μας συμπάθησε και μας άφησε να συνεχίσουμε το φαγητό και μετά την
αποχώρηση των μοναχών. Ξεθαρρέψαμε κι ήπιαμε και το κρασί κι από δίπλα τραπέζι
Μπρούσκο δυνατό. Νηφάλιος σούρα. Προσκύνημα στην Πορταΐτισσα και αποχώρηση για
Διονυσίου με τη συγκοινωνία.
Αναζητήσαμε τον π. Θεόκτιστο, το θείο του Άντώνη. Τον βρήκαμε εύκολα, ήταν ο γηροκόμος
της μονής παρόλο που και ο ίδιος ήταν ηλικιωμένος , αλλά καλοστεκούμενος και στο έπακρο
φιλόξενος. Πολύ συγκινήθηκε με τον ανεψιό που έβλεπε για πρώτη φορά και μας έβαλε
μόνους σε ένα ωραιότατο κελί πάνω από τα κύματα. Μείναμε εκεί δυο τρεις μέρες. Κάθε πρωί
ερχόταν και μας ξύπναγε για την ακολουθία. Πεταγόμαστε σαν ελατήρια. Κι οι δυο είχαμε
άριστη σχέση με τον ύπνο και απορούσαμε πως ενώ σε φυσιολογικές συνθήκες δε ξυπνάγαμε
ούτε με μπόμπα , τώρα πεταγόμαστε με το πολύ διακριτικό χτύπημα στην πόρτα και το
ψίθυρο του γερο Θεόκτιστου. Τελικά καταλάβαμε. Ό γέρο Θεόκτιστος φορούσε κάτι τεράστιες
παντόφλες κι ενώ ερχόταν να μας ξυπνήσει έκανε θόρυβο στον ξύλινο διάδρομο. Γκαπ, γκουπ,
σούρσιμο των ποδιών, τρίξιμο των ξύλων. Άρα είχαμε ξυπνήσει πριν ακούσουμε το απαλό
χτύπημα στην πόρτα και τον ψίθυρο του μοναχού. Τι αγάπη είχε αυτός ο άνθρωπος. Μια μέρα
στην πρωινή ακολουθία είδε τον Άντώνη να κοιμάται σταυροπόδι στο στασίδι. Ηρθε
διακριτικά, του κατέβασε απαλά το πόδι και του είπε»κοιμήσου, δε πειράζει…» Που να
ξανακοιμηθεί ο Άντώνης. .. Ηταν τότε η εβδομάδα της Τυρινής κι ο μάγειρας της μονής έδινε
ρεσιτάλ ενόψει της ερχομένης Σαρακοστής. Μέχρι και ωγκρατέν μας είχε φτιάξει. Κι ο οίνος
άφθονος. Και για μας που είμαστε ευνοούμενοι του γέρο Θεόκτιστου άφθονο και το φαγητό.
Υπέροχες μέρες . Πλούσιες πνευματικά χωρίς υστέρηση στα σωματικά. Γνωρίσαμε και το
Θεόκλητο Διονυσιάτη. Εμενε σε ένα κάθισμα λίγο έξω από τη μονή. Όντως πολύ μορφωμένος.
Την Κυριακή της Τυρινής όλοι οι μοναχοί κι οι προσκυνητές ανηφορίσαμε μιάμιση ώρα στο
βουνό σε ένα κάθισμα της μονής. Άυτό εις ανάμνησιν των παλιών μοναχών που τέτοια μέρα
έφευγαν στην έρημο για να ασκηθούν τη σαρακοστή μόνοι και να επιστρέψουν την Κυριακή
των Βαΐων στο μοναστήρι. Ετσι κι εμείς οδοιπορήσαμε στο βουνό. Άργότερα ήρθε κι ο
ηγούμενος Χαράλαμπος πάνω σε ένα μουλάρι και για ώρα πολλή μας μίλησε για θέματα
πνευματικά. Ένας ηλικιωμένος καλόγερος έκατσε κοντά στα πόδια του ηγουμένου, σταύρωσε
τα χέρια σαν παιδάκι κι άκουγε πολύ προσεκτικά τον ηγούμενο. Σαν παιδάκι….Κατεβήκαμε
από το κάθισμα και πήγαμε στην τράπεζα να φάμε το τελευταίο γεύμα πλούσιο προ της
Σαρακοστής. Τις τρεις πρώτες μέρες της Σαρακοστής σε όλα τα αγιορείτικα κοινόβια αλλά και
σε όλο τον ορθόδοξο μοναχισμό τηρείται το λεγόμενο»τριήμερο» , δηλαδή αυστηρή ασιτία
τριών ημερών. Δεν παρατίθεται τράπεζα και οι μονές συνήθως κλείνουν. Αυτά θα τα
διαπιστώναμε την επόμενη μέρα. Μέχρι στιγμής είμαστε ανυποψίαστοι κι απολαμβάναμε την
καλογερική χαρά. Όταν δε, σηκώθηκαν οι ψάλτες της μονής κι έψαλλαν το υπέροχο»Δι
ευχών…» του Ιωσαφάτ Διονυσιάτου, η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Ενδόμυχα χωρίς να το
συζητάμε συγκρίναμε τις περασμένες Τυρινές με τούτη την καλογερική. Χοροί και καρναβάλια
vs το » δι ευχών» του Ιωσαφάτ και την άνοδο στο κάθισμα. Κείνα ήταν διασκέδαση κι όχι
υποχρεωτικά χαρά. Τούτα όμως είχαν τη στόφα της αυθεντικής χαράς που τη ζεις σπάνια. Ισως
για κάποιους καλογέρους να ήταν διασκέδαση κι όχι χαρά . Μα για μας ήταν χαρά. Δια βίου.
Σημείο αναφοράς για μελλοντικές χαρές μας. Το βράδυ ο γέρο Θεόκτιστος μας είπε την
ιστορία του. Ό Άντώνης την ψιλοήξερε αλλά οι λεπτομέρειες ήταν συναρπαστικές. Ηταν
ενεργός πολιτικά ο γέρο Θεόκτιστος. Άντάρτης και καπετάνιος στα βουνά. Μια μέρα στην
ανάπαυλα των μαχών κουβέντιαζαν οι αντάρτες αν υπάρχει διάβολος. Άλλοι συμφωνούσαν ,
άλλοι όχι. Σαν άκουσε τη συζήτηση ο καπετάνιος, ο μετέπειτα καλόγερος, τους μάλωσε πολύ
αυστηρά.»Τι είναι αυτά;» τους είπε. «Αγωνιζόμαστε να νικήσουμε τις δεισιδαιμονίες και τη
θρησκοληψία που είναι βασική αιτία της καταπίεσης κι εσείς μου μιλάτε για διαβόλους; Να μη
σας ξανακούσω». Έσκυψαν το κεφάλι οι σύντροφοι στο νεαρό αρχηγό τους και δεν είπαν λέξη.
Ίσως να σκέφτηκε κάποιος πως δεν ξεριζώνεται η πίστη από κανένα νεαρό ινστρούχτορα, αλλά
δεν είπαν λέξη. Το βράδυ ο νεαρός αψύς καπετάνιος μόλις είχε αποκοιμηθεί, αισθάνθηκε ένα
τεράστιο βάρος στο στήθος και μεγάλη δύσπνοια, αυτό που λένε στα χωριά «μόρα».
Φοβήθηκε, κόντεψε να πεθάνει και θυμήθηκε το δάσκαλο που είχε πει παλιά στο σχολείο πως
σε τέτοιες περιπτώσεις να λεν τα παιδιά το «πάτερ ημών..» Χρόνια είχε να προσευχηθεί. Το
ψιθύρισε και η «μόρα» έφυγε. Εντυπωσιάστηκε. Θυμήθηκε την πρωινή συζήτηση και
σκέφτηκε.» Βρε λες να υπάρχει κάτι;» Όμως σα ξημέρωσε τα απώθησε όλα και συνέχισε τις
μάχες. Πέρασε καιρός. Όι κακουχίες της ανταρτικής ζωής κλόνησαν την υγεία του καπετάνιου.
Ήταν ιδιαίτερα καταβεβλημένος κι έφτυνε αίμα. Οι σύντροφοι ανησυχούσαν. Τον παρότρυναν
να πάει στο γιατρό . Υπάκουσε. Με χίλιες προφυλάξεις κατέβηκε στα Γιάννενα και με την
απειλή του όπλου αναγκάζει το γιατρό να του κάνει ακτινογραφία. Τα νέα είναι τραγικά.
Φυματίωση στο τελικό στάδιο. Σαράντα μέρες ζωής. Το πολύ. Με χίλια βάσανα επιστρέφει στο
βουνό. Τα νέα στενοχωρούν τους πάντες. Κι ο ίδιος είναι πολύ πικραμένος. Ήλπιζε να πεθάνει
στη μάχη σαν αγωνιστής κι όχι χτικιάρης. Την άλλη μέρα έρχεται ένας γέρος σύντροφος και τον
συμβουλεύει να μεταλάβει. Είναι φάρμακο η κοινωνιά, του είπε. Πράγματι ο καπετάνιος πήγε
και μετάλαβε. Χωρίς εξομολόγηση, χωρίς τίποτε. Μετάλαβε και περίμενε να πεθάνει. Αλλά ο
θάνατος δεν ερχόταν. Αντίθετα κάθε μέρα αισθανόταν καλύτερα. Μετά τρεις μήνες ξαναπήγε
στο γιατρό. Πάλι με το όπλο αναγκάζει το γιατρό να του κάνει ακτινογραφία. Ό γιατρός την
κοιτά με προσοχή και του λέει:»παιδί μου, δε ξέρω τί έκανες, αλλά αυτή τη στιγμή είσαι
απολύτως υγιής». Ό νέος συγκλονίστηκε. Αμέσως αναίρεσε τις απόψεις του, κατάλαβε το
μάταιο των επιλογών του και μιμούμενος τους παλιούς αναχωρητές ευχαρίστησε το γιατρό,
παράτησε το όπλο του στο ιατρείο και πήγε κατευθείαν στο Άγιον Όρος.
Την επόμενη μέρα ο καιρός χάλασε. Βοριάς και χιονιάς. Είχαμε ακόμη μια μέρα και θα
πηγαίναμε στη Δοχειαρίου. Μας συμβούλεψαν να φύγουμε γιατί θα σταματούσε η
συγκοινωνία και γιατί άρχιζε η Σαρακοστή και το τριήμερο της και θα ήταν δύσκολο να μας
φιλοξενήσουν. Φυσικά τους παρακούσαμε. Πήγαμε στο Δοχειάρι. Το καράβι έφυγε. Όλα
άσπρα. Κρύο της αρκούδας. Λες να κάναμε βλακεία; Και τι πειράζει; Μερικές μέρες ακόμη στο
Όρος. Η πόρτα της Μονής κλειστή. Χτυπάμε, χτυπάμε. Τίποτε. Είναι όμως ανοικτό ένα
παραθυράκι στην πόρτα. Χωράμε. Μπαίνουμε απο το παραθυράκι και περιφερόμαστε
ασκόπως μέχρι να μας δουν. Κάποιοι άλλοι προσκυνητές δε χώραγαν στο παραθύρι κι
αναγκάστηκαν να οδοιπορήσουν μέχρι την Κωσταμονίτου, δυόμισι ώρες μες τα χιόνια. Εμάς
τελικά μας είδαν και μας έδωσαν ένα κελί. Όμως το κελί δεν είχε σόμπα κι ο ευγενέστατος
αρχοντάρης μας εξήγησε πως δυστυχώς δεν είχε άλλο κελί λόγω επισκευών στη μονή. Μας
εφοδίασε με ένα γιούκο κουβέρτες, έξι εφτά για τον καθένα. Μας εξήγησε πως δεν έχει
φαγητό αλλά επειδή είμαστε παιδιά, είχε συνεννοηθεί με το μάγειρα να μας δίνει λίγο ψωμάκι
ή ελιές με χαλβά. Μας έδειξε την τουαλέτα, ένα ξύλινο τρίγωνο κι από κάτω το κενό. Όύτε
σιφώνια ούτε τίποτε. Χιόνι, πουλιά πετάγανε, κρύο αφόρητο. Όι εφτά κουβέρτες
αποδείχτηκαν λίγες. Ενας μοναχός με χιούμορ ήρθε και μας μίλησε. Είχε δώσει ονόματα στους
γάτους της μονής. Τον ένα τον έλεγε Ρήγκαν γιατί, πράγματι ήταν φτυστός ο πρώην πρόεδρος
των ΗΠΆ. Τον άλλο , έναν άσπρο με μαύρο μουσούδι σα μουστάκι τον έλεγε Σωτήρη γιατί
έμοιαζε με τους θεολόγους της αδελφότητας» Σωτήρ» που είχαν μουστάκι. Φυσικά
αποκλειστήκαμε από τον καιρό και διανύσαμε το τριήμερο μέχρι να ξαναφανεί το πλοίο. Μας
πήρε κι ο ηγούμενος Γρηγόριος στο κελί του. Νοικοκυρεμένο με λευκές φλοκάτες στο πάτωμα.
Πάνω στο κύμα που ανέβαινε στα παράθυρα του κελιού. Άσπρα κύματα βουνά, άσπρες
φλοκάτες, άσπρα όλα από το χιόνι. Άσπρη κι η ψυχή μας ακόμη , και τα λόγια του ηγούμενου
βάλσαμο. Όι ακολουθίες απίθανες. Μετά το τριήμερο, τράπεζα με χουσάφι, ένα φαγητό με
βάση φρούτα το οποίο δε μου άρεσε παρά τη νηστεία. Ό Άντώνης το τίμησε δεόντως. Φάνηκε
το πλοίο και φύγαμε. Χιόνια παντού. Ήταν ο Μάρτης του 87 , ένας απο τους χειρότερους
χειμώνες.
Μα για μας ήταν μια λαμπρή άνοιξη. Άνοιξη που θα κρατήσει για καιρό κι η ανάμνηση της θα
είναι ισχυρό εφόδιο τις δύσκολες ώρες που θα έρχονταν . Και παραφράζοντας τον Ελύτη θα
έλεγα » στις δύσκολες ώρες μνημόνευε Παϊσίου και γέρο Θεόκτιστου…
