Φρέσκα

Το εξοχικό των imaginistes

της Βιτάλια Ζίμμερ.

 

Οδήγησα προσεκτικά στην άλλη άκρη της πόλης, που σπάνια πηγαίνω, με την συντροφιά του GPS. Όταν έφτασα στο χώρο είδα μία μεγάλη πύλη. Δύο τεράστιες μεταλλικές πόρτες ήταν κλειστές με μηχανισμό ασφαλείας. Αριστερά ήταν ένα φυλάκιο και μέσα του δύο φύλακες. Φορούσαν άσπρη στολή που είχε ένα σήμα, αδύνατο να διακρίνω τι έγραφε από μακριά. Επάνω από την πύλη είδα την ονομασία του χώρου. Κατάλαβα. Έκανα αμέσως αναστροφή και οδήγησα μέχρι να βρω ένα περίπτερο ή κατάστημα ψιλικών. Αγόρασα κούτες τσιγάρων. Μία ακόμα φορά στη ζωή μου αγοράζω αυτό που μισώ. Τσιγάρα. Όλοι οι άνθρωποι που αγαπώ, καπνίζουν δυστυχώς.

Έφτασα ξανά στην πύλη. Μόλις πλησίασα αρκετά κοντά, η πύλη άνοιξε και ήρθε ο ένας φύλακας δίπλα μου. Ζήτησε την ταυτότητα ευγενικά, πήγε στο φυλάκιο, έλεγξε σε ένα βιβλίο, πήρε και τηλέφωνο, προφανώς στο κύριο κτήριο. Επανήλθε κρατώντας την ταυτότητά μου και υπέδειξε να σταθμεύσω στις θέσεις επισκεπτών, πολύ κοντά στη πύλη. Εκεί υπήρχε ένα μικρό κτήριο και μία αίθουσα αναμονής. Μπήκα μέσα και περίμενα να με συνοδεύσουν στο κύριο κτήριο. Ένας ευγενικός υπάλληλος, ντυμένος με κοστούμι κι όχι άσπρη στολή, φορώντας ακουστικά για ενδοεπικοινωνία, με οδήγησε στο μεγάλο κτήριο, στη σάλα. Εκεί ήταν όλοι τους.

Βρίσκομαι σε ψυχιατρική κλινική, κοντά στο βουνό, δίπλα σε όμορφα δέντρα και επικρατεί απόλυτη ησυχία. Ο θόρυβος του αυτοκινητόδρομου δεν υπάρχει. Η βουή της πόλης είναι ανύπαρκτη και το κελαΐδισμα των πουλιών τονίζει το ηχόχρωμα της εξοχής. Στην αρχή δεν είχα καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Πίστεψα ότι υπάρχει όντως το εξοχικό. Όμως ήταν όλοι παρόντες και η όψη τους δεν ήταν παράξενη όπως οι πραγματικά ψυχικά νοσούντες. Έπαιζαν τάβλι και έπιναν τσίπουρα μετά εκλεκτών μεζέδων, τυριών, αλλαντικών, αλμυρών ψαρικών και άλλων καυτερών εδεσμάτων. Ένα σατανικό χαμόγελο αντίκρισα. Ανταπέδωσα με το δικό μου, στραβό χαμόγελο.

Με ρώτησαν τι έφερα. Σοκολατάκια με τσέρυ και τσιγάρα για τους άλλους. Όταν είδα την πινακίδα κατάλαβα, για αυτό αναζήτησα σημείο πώλησης τσιγάρων. Πάντα, μα πάντα, πηγαίνω στα ψυχιατρεία με τσιγάρα. Είναι η μόνη εξαίρεση που κάνω. Διαπίστωσα ότι μάλλον ήταν εκεί για να γλιτώσουν από την τρέλα της κοινωνίας. Της πραγματικής, της τηλεοπτικής και αυτής των κοινωνικών δικτύων. Δεν υπήρχαν κινητά και οι λίγες τηλεοράσεις στους κοινόχρηστους χώρους ήταν ελεγχόμενες από το προσωπικό.

Επιτέλους ήρθε ένα ακόμα ποτηράκι για να απολαύσω κι εγώ λίγο αλκοόλ. Συζητήσαμε και άρχισα να μπαίνω στο νόημα. Πήγαν εκεί για την ησυχία τους. Αν θες λίγη τρέλα, πας στο σωστό σημείο. Εδώ με όποιον και να μιλήσεις σου λέει ότι τρελάθηκε, το παραδέχεται. Εκεί έξω όλοι ισχυρίζονται ότι είναι γνωστικοί. Μετά από λίγη ώρα ήρθε και ο «Δήμαρχος». «Έχετε και δήμαρχο;» ρώτησα. «Βεβαίως!», ήταν η απάντηση. Και υπουργούς, πρωθυπουργό, πλανητάρχη, διοικητή ηλιακού συστήματος, γαλαξία, κ.ο.κ.

Δήμαρχε, καλώς όρισες στην παρέα μας. Πόσα βγάλαμε χτες; Ρώτησαν οι φίλοι μου τον «Δήμαρχο». «Χτες τσακίσαμε το κοινωνικό παντοπωλείο. Ελαιόλαδο παρθένο, φακές, φασόλια και μέλι. Κρέας την άλλη εβδομάδα.»

«Τι λέει;» ρώτησα. Ξέρει αυτός τι λέει. Τον έπιασαν να κλέβει ως δήμαρχος στην κανονική ζωή και για να μην πάει φυλακή, το παίζει τρελός. Καλύτερα εδώ στην εξοχή με τα όμορφα παρτέρια, κοντά στο βουνό, παρά με τους επιβήτορες στις δικαστικές φυλακές.

Μετά ήρθε μία νοσοκόμα, ψηλή μελαχρινή με ίσια μαλλιά και ένα ντεκολτέ που οι σταρ του σινεμά θα ζήλευαν. «Τα χάπια σας κύριοι», τους είπε και τους έκλεισε το μάτι. «Για να δω τα χάπια σας», είπα αυθόρμητα γεμάτη αφέλεια. Στην αρχή ντράπηκαν αλλά μετά μη μπορώντας να αρνηθούν, μου έδωσαν το αδιαφανές μαύρο κουτί. Το ανοίγω.

Viagra

Πάρτε τα χάπια σας και σε μισή ώρα εγώ θα φύγω…τρέχοντας. Να περνάτε όμορφα!