Φρέσκα

Ιστορίες για το ράδιο

Γιώργου Σκαμπαρδώνη…Ο κυρ Ευγένης ακούει ράδιο

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Όταν σπάσαμε την πόρτα της μικρής μονοκατοικίας όπου ο κυρ Ευγένης ζούσε μόνος του (δυο μέρες είχε να φανεί στη γειτονιά), τον βρήκαμε πάνω στον καναπέ, στο μέσα δωμάτιο, κουκουβιστό και παγωμένο – δεν μύριζε. Θα ‘ταν περίπου ένα εικοσιτετράωρο πεθαμένος.

Στο αυτί του είχε χωμένο το παλιό ακουστικό χρώματος μπεζ, συνδεδεμένο με το παμπάλαιο τρανζιστοράκι, το ίδιο τρανζιστοράκι που έβλεπα χρόνια ν’ ακούει κάθε φορά που με καλούσε για καφέ.

Ήταν ένα μικρό σαραβαλιασμένο ραδιάκι που με δυσκολία έπιανε τα FM. Γέρικο και ταλαιπωρημένο εν γένει, η κεραία του στραβή σαν κέρατο – όσο πάσκιζε ο κυρ Ευγένης να τη συνεφέρει, να την ισιώσει, τόσο περισσότερο στράβωνε. Ο θάλαμος μπαταριών σπασμένος και σκουριασμένοι οι πόλοι επαφής. Για να συνεχίσει να παίζει, του ’βαζε δυο μεγάλες, πλακέ μπαταρίες «TIGER» από κείνες τις μετακατοχικές, με τους πόλους-γλώσσες που δεν είναι παρά δυο ορειχάλκινα ελάσματα.

Επειδή οι μπαταρίες αυτές δεν χωρούσαν στον θάλαμο, τις συνέδεε με πρόσθετα καλωδιάκια, το ένα κόκκινο, το άλλο μαύρο, και τις στερέωνε πάνω στο κοκάλινο κέλυφος τυλίγοντάς τες με δυο γύρες λευκοπλάστ. Η γενικότερη κατάσταση του τρανζίστορ θύμιζε τραυματία φασκιωμένο πατόκορφα, για τον οποίο οι γιατροί δεν αποφαίνονται πια, παρά έχουν εναποθέσει την τύχη του στο έλεος του Θεού.

Κάθε τόσο χαλούσε, έτσι, εντελώς απροειδοποίητα, τις περισσότερες φορές λίγο πριν πει μια πολύ σημαντική είδηση, που ο κυρ Ευγένης είχε στήσει αυτί να την ακούσει, και τον άφηνε στα κρύα του λουτρού, πάνω στην αγωνία, ή τον έκοβε την ώρα που άκουγε κάποιο νοσταλγικό, παλιό τραγούδι – σταματούσε αίφνης και τον εγκατέλειπε μετέωρο, ανυπεράσπιστο μες στη σιωπή του σπιτιού, σε διάθεση άσχετη με την ξαφνική ησυχία, οπότε εκείνος άρχιζε να κουνάει τα κουμπιά με μανία, να ψάχνει σαν τρελός τους σταθμούς, να του δίνει μπατσάκια ή καρπαζιές μήπως και αποκατασταθεί πάλι κατά τύχη η επαφή, βρίζοντας, τρέμοντας ολόκληρος απ’ τα νεύρα του.

Σε κάτι τέτοιες στιγμές τού ερχόταν να του δώσει μια καταγής, να το κάνει βίδες, να ησυχάσει. Και δεν είναι λίγες οι φορές που εξοργισμένος σήκωσε το τρανζιστοράκι στον αέρα για να το σβουρίξει χάμω να γλιτώσει μια και καλή – αλλά πάντα, την τελευταία στιγμή, σταματούσε, το χέρι του πάγωνε μετέωρο στο ύψιστο σημείο της απόφασης, σαν χέρι δήμιου που αιφνιδιαστικά, το τελευταίο δευτερόλεπτο, παίρνει διαταγή αναβολής της εκτελέσεως.

Σωτήρας του ήταν το γεγονός πως είχε περάσει πολλά μαζί με τον κυρ Ευγένη, νύχτες και μέρες μοναξιάς κι απαντοχής κι αγωνίας, και ώρες γλυκές, θεληματικής απομόνωσης ή μεταμεσονύκτιας αναπόλησης, μέσα στα στρώματα ή δίπλα στη σόμπα, και λαμπρά πρωινά της Κυριακής ή καθημερινά απογεύματα – το έσωζε η κοινή ζωή τους τα τελευταία οχτώ χρόνια (αφότου η γυναίκα του κυρ Ευγένη κοιμήθηκε οριστικά), οι κανονικές εκπομπές και οι πειρατικοί τους οποίους παιδευόταν, συνήθως με παράσιτα ή αναπάντεχες βλάβες, να του μεταδώσει.

Δεν το έσπαγε γιατί, με τόσες φορές που χάλασε και το ’φτιαξε μόνος του χρησιμοποιώντας διάφορους αυτοσχέδιους τσαρλατανισμούς, είχε δεθεί μαζί του, ήταν γι’ αυτόν μια οικεία παρουσία που την ήξερε και τον ήξερε – υπήρχε ένα είδος ανοχής και ευγνωμοσύνης μεταξύ τους. Ήταν ένας φιλαράκος που ο γερο-γείτονας δεν ήθελε να απαρνηθεί, δεν μπορούσε να δεχτεί πως τα ’χε φάει τα ψωμιά του και πάει, τέλειωσε.

Πέρσι τα Χριστούγεννα είχα την αφέλεια να κάνω δώρο στον κυρ Ευγένη ένα καινούργιο, καλό ραδιομαγνητόφωνο με αποσπώμενα ηχεία, που, βέβαια, ποτέ δεν το άγγιξε. Ακόμα κι όταν με καλούσε σπίτι του, άκουγε μπροστά μου, σχεδόν προκλητικά, το παλιό, έτοιμο να διαλυθεί τρανζιστοράκι του, περιφρονώντας το δώρο μου.

Και διέσωζε πάντα το αλλοκαιρίσιο, ατομικής ακρόασης πλαστικό ακουστικό χρώματος μπεζ με το καλωδιάκι του. Έβαζε το μικρό βύσμα στο τρανζίστορ και φορούσε την κάψουλα μοιάζοντας με κείνους τους βαρήκοους που έχουν μονίμως ένα ακουστικό στο αυτί – ύστερα έψαχνε για σταθμό και ρύθμιζε την ένταση. Η επικοινωνία τους ήταν τότε πιο προσωπική, κανείς άλλος δεν μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα, ήταν σαν να του έλεγε το τρανζιστοράκι κάποιο μυστικό, το ίδιο πάντα, που δεν αναμετάδιδε κανένας σταθμός, αλλά που το άρθρωνε χαμηλόφωνα, συνωμοτικά, μόνο του, σαν σύνθημα της σχέσης τους, της μακρόχρονης τους συμβίωσης – κάποιο μικρό, άχρηστο μυστικό που μόνο οι δυο τους έπρεπε να ξέρουν, παρότι κανένας άλλος δεν υπήρχε στο σπίτι.

Πλησίασα πρώτος τον νεκρό, λόγω της οικειότητας που είχαμε, και του χάιδεψα το μέτωπο. Παγωμένο. Ύστερα του ’βγαλα απαλά το ακουστικό από τ’ αυτί και το σήκωσα, το πήρα μαζί με το τρανζίστορ. Πίσω μου μπήκαν γυναίκες κλαίγοντας, κάποιος φώναξε να ’ρθεί γιατρός, ίσιωσαν το σώμα στον καναπέ κι άρχισαν να το γδύνουν, ψάχνοντας ταυτόχρονα για καθαρά ρούχα στα συρτάρια.

Τραβήχτηκα παράμερα κι έφερα το ακουστικό στο δικό μου αυτί. Ακούγονταν κάτι μακρινοί ψίθυροι – οι μπαταρίες ήταν στα τελευταία τους. Κι ενώ οι γυναίκες ετοίμαζαν τον νεκρό για να τον θάψουμε τις επόμενες ώρες (κανέναν συγγενή δεν είχε ο κυρ Ευγένης), βγήκα από το σπίτι και τράβηξα για το δικό μου, άφησα εκεί το τρανζίστορ, πήγα στο ψιλικατζίδικο, αγόρασα δύο πλακέ μπαταρίες «TIGΕR», ξαναγύρισα και τις στερέωσα πάνω στο ραδιάκι με δυο γύρες λευκοπλάστ. Άνοιξα το κουμπί και έψαξα για σταθμό – το τρανζιστοράκι ακουγόταν καμπάνα.

Πλύθηκα, ξυρίστηκα, φόρεσα σκούρα ρούχα, έβαλα το τρανζιστοράκι με το ακουστικό προσεκτικά στην τσέπη μου, βγήκα και πήγα πάλι στο σπίτι του κυρ Ευγένη.

Τις επόμενες δύο ώρες όλα είχαν σχεδόν τακτοποιηθεί: ο νεκρός μέσα σ’ ένα πολύ φτωχικό φέρετρο πλαισιωμένος από μπόλικα λουλούδια των μπαχτσέδων της γειτονιάς, λίγες γυναίκες και άντρες, που φαίνονταν λυπημένοι περισσότερο για τη μοναξιά του κυρ Ευγένη παρά για τον θάνατό του, απέξω η νεκροφόρα και οι νεκροκομιστές που κάθονταν βαριεστημένοι στα πέτρινα σκαλοπάτια.

Αφού ήρθε ο παπάς και τον έψαλε, αποφασίσαμε να παρακάμψουμε την εκκλησία και να τον πάμε κατευθείαν στο νεκροταφείο, γιατί ήταν ήδη απόγευμα και ο νεκρός άρχισε να αναδίνει μια περίεργη μυρωδιά.

Λίγο πριν τον σηκώσουν κι ενώ το δωμάτιο έμεινε για λίγο σχεδόν άδειο, έσκυψα πάνω του για τον τελευταίο ασπασμό και, καθώς χάιδευα το μέτωπό του με το αριστερό χέρι, έβγαλα με το δεξί το τρανζιστοράκι (σταθμό είχα από πριν διαλέξει), το έχωσα με τρόπο πλάι στο κεφάλι του, κάτω απ’ τον ώμο, έβαλα το ακουστικό στο αυτί του, το στερέωσα καλά, άνοιξα το κουμπί λειτουργίας, και ξαναμετακίνησα τα λουλούδια σκεπάζοντας εντελώς και τρανζίστορ και ακουστικό και αυτί, έτσι που να μη φαίνονται καθόλου. Στάθηκα λίγο να δω αν εκτός από τον νεκρό άκουγε κανείς άλλος το τρανζίστορ να παίζει. Τίποτε – το ακουστικό είχε σφηνώσει καλά στο αυτί του.

Ζήτησα αμέσως να τον σκεπάσουν με το καπάκι, γιατί η μυρωδιά γινόταν δήθεν όλο και πιο έντονη. Έφεραν το καπάκι, το προσάρμοσαν και τον σήκωσαν γρήγορα, μεταφέροντάς τον στο αμάξι που περίμενε ήσυχα απέξω.

Βγήκα και γω, πήγα στο δικό μου αυτοκίνητο, έβαλα μπρος κι ακολούθησα αργά τη νεκροφόρα. Στην πρώτη στροφή άνοιξα το ραδιόφωνο στον ίδιο σταθμό με κείνον που άκουγε, μπροστά, ο κυρ Ευγένης. Κάποιος άντρας είπε τις ειδήσεις, κι αμέσως μετά μια τρυφερή γυναικεία φωνή τραγούδησε: «THAT’S MΥ BABY» – φαντάστηκα ξαφνικά το ακουστικό του τρανζίστορ να γίνεται μπιμπερό στο στόμα ενός μωρού με τ’ όνομα Ευγένιος, ενός μωρού παραδομένου στην ευδαιμονία του ύπνου.

Το διήγημα εμπεριέχεται στον τόμο «Τα δεδουλευμένα» (συλλογή «Η ψίχα της μεταλαβιάς») που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Πηγήhttp://www.katiousa.gr/logotechnia/pezografia/to-diigima-tis-pemptis-o-kyr-evgenis-akouei-radio-tou-giorgou-skampardoni/