Το Πάσχα ενός Gastarbeiter
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Ήταν καλοκαίρι του 1964, όταν τελείωσες την στρατιωτική θητεία. Η γιαγιά μου σου έραψε κάποια λιγοστά πολύτιμα Γερμανικά μάρκα, στο εσωτερικό του παντελονιού σου. Ξεκινάς με μια μικρή βαλίτσα με ένα κοστούμι, ένα δεύτερο πρόχειρο παντελόνι, λίγα εσώρουχα και κάλτσες, ένα ταξίδι παρόμοιο με των γονέων σου. Προορισμός, το Μόναχο, να συναντήσεις δυο θετά αδέρφια, που ζουν το μόχθο του εμιγκρέ στις φάμπρικες της Γερμανίας.
Εκεί σε περιμένει ένας καναπές και μια κουβέρτα, στο σπίτι των αδερφών σου. Οκτώ άτομα σε ένα σπίτι και εσύ ο ένατος, που τώρα στην αρχή δεν περισσεύεις. Θα μείνεις εκεί, μέχρι να ορθοποδήσεις, μέχρι χρήματα να μαζέψεις, να φτιάσεις το δικό σου σπιτικό. Κι αν είσαι τυχερός, θα βρεις μια Ελληνίδα εργάτρια, να παντρευτείς, παιδιά να αποκτήσετε.
Ο αδερφός σου μίλησε στον προϊστάμενο και αύριο σε περιμένουν. Ούτε μια μέρα ξεκούραση μετά από τόσο ταξίδι με το τραίνο της ελπίδας. Είσαι ένας Gastarbeiter. Γκασταρμπάιτερ, μία ακόμα τραχιά Γερμανική λέξη, που σημαίνει «φιλοξενούμενος εργάτης». Μία δήλωση ότι είσαι προσωρινός και ανήκεις σε μία κάστα, γι΄αυτό και δεν πρόκειται ποτέ να γίνεις Γερμανός και δεν θα ξεφύγεις από αυτήν.
Το επόμενο πρωινό, πριν ακόμα χαράξει ο μικροσκοπικός και ντροπαλός ήλιος του Μονάχου, έκανες ένα μικρό ταξίδι από το σπίτι στο εργοστάσιο. Είσαι χαμένος, δεν ξέρεις να γυρίσεις πίσω. Το εργοστάσιο έχει μια όψη που σου θύμισε το στρατόπεδο που πήγαν και δολοφόνησαν τους γονείς σου. Φάμπρικα τώρα, εργοστάσιο θανάτου τότε. Φτιαγμένα και τα δύο με τα ίδια υλικά. Τούβλο και συρματόπλεγμα. Ένας κόμπος στο στομάχι και ο πρώτος έμετος λίγο πριν περάσεις την πύλη. Δίστασες προς στιγμήν και σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην Ελλάδα. Καλύτερα στα ελεύθερα χωράφια που βλέπεις γαλάζιο ουρανό, παρά σε ετούτο το μπουντρούμι. Κι όμως μπήκες μέσα. Ήταν ίσως η σημαντικότερη απόφαση. Γιατί αν είχες φύγει, εγώ δεν θα είχα γεννηθεί. Περισσότερες ευκαιρίες είχα να μην γεννηθώ ποτέ, αλλά η μοίρα επέλεξε εκείνο το μοναδικό μονοπάτι, έτσι ώστε η αγέννητη ψυχή μου, να αποκτήσει σάρκα και οστά.
Κι ο χρόνος πέρασε, κι έφτασε το Πάσχα. Το Πάσχα το δικό μας, το Ελληνικό. Και βρέθηκες στης φάμπρικας τις βάρδιες, τη ώρα που ο Χριστός ήταν καρφωμένος στο Σταυρό, την ώρα που τον κήδεψαν και την στιγμή που αναστήθηκε. Και την Κυριακή σε έβαλαν πρωί, γιατί είσαι ο πιο νέος στη δουλειά. Έχασες τη Μεγάλη Πέμπτη, τον Επιτάφιο και την Ανάσταση. Κι έχασες ακόμα και το Πάσχα. Είσαι μόνος σε ένα πόστο και σε μετράνε με το κομμάτι. Κι αυτά τα σίδερα δεν μπορείς να τα τρυπήσεις πιο γρήγορα, να φανείς καλός και γρήγορος. Ξέρουν από πριν, πόσα κομμάτια την ημέρα μπορείς να καταφέρεις.
Οκτώ ώρες την ημέρα σε μέταλλα ανοίγεις τρύπες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις περισσότερα. Κι εκείνος ο προϊστάμενος, καλή του ώρα αν ακόμα ζει, κατάλαβε πως είσαι βασανισμένος. «Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους. Λυπάμαι πολύ για όλα όσα έγιναν. Θα βρω μια λύση.»
Και πήρες όρκο και έβαλες πείσμα μεγάλο. Μηχανολόγος σπούδασες σε ξένη χώρα, με άλλη γλώσσα και γνώρισες καλή γυναίκα. Ξέφυγες. Δεν έγινες ποτέ Γερμανός, γιατί δεν θέλησες να γίνεις. Έγινες όμως σπουδαγμένος και έφυγε ο τίτλος του Gast και έγινες σκέτος beiter. Έχεις δεξιότητες και σε θέλουν σε άλλο πόστο, μηχανές να φτιάχνεις και να επισκευάζεις.
Πέρασαν χρόνια πολλά μέχρι να κάνεις Πάσχα, όπως οι άνθρωποι οι άλλοι. Σου έλειψε πολύ να πας στην εκκλησία, να πάρεις μια λευκή-κατάλευκη λαμπάδα, να πεις «Χριστός Ανέστη», τους συγγενείς σου να ασπαστείς και τη γυναίκα σου να τη φιλήσεις.
Μα το καλύτερο, το πιο καλό Πάσχα, το ένιωθες πάντα στην Ελλάδα. Έφυγες, είδες και ξαναγύρισες στον τόπο που γεννήθηκες. Εκτίμησες τον πλούτο της απλότητας. Πάσχα στην Ελλάδα, με αρώματα και χρώματα της άνοιξης, με τη μέρα να έχει θριαμβεύσει ενάντια στης νύχτας το παγερό σκοτάδι.
Και μόλις γεννήθηκα εγώ, στην αγκαλιά σου με πήρες, την Ανάσταση να δω και το θόρυβο ν’ ακούσω.
Πάσχα στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη.
