Μέλι το μπιζέλι
του Αργύρη Νικολάου
Ξαναβρήκα τους φίλους μου, αυτή τη φορά, στους μπαξέδες και τα περιβόλια. Eίχα την ευκαιρία να δοκιμάσω τους καρπούς τους –αχ, εκείνα τα μούρα!- και να θαυμάσω την προσπάθειά τους να αναστήσουν κάτι σπόρους παλιούς, ξεχασμένους στο υποστατικό από τον καιρό ακόμα των πατεράδων τους. Παρατήρησα πως τίποτα δεν είχαν ξεχάσει από τον καιρό που μαθήτευαν κοντά τους. Σα να μη μεσολάβησε η ζωή τους στην πόλη, σα να μην πέρασαν σαράντα χρόνια στις τάξεις. Ή μήπως το πέρασμά τους απ’ αυτές υποβοήθησε ώστε αυτές οι γνώσεις ακέραιες να διατηρηθούν; Πρόλαβα να δω το αποτύπωμά τους στα μάτια και τα λόγια των πατεράδων τους και δε δυσκολεύτηκα να το αναγνωρίσω και στους ίδιους. Αποτύπωμα που συμπεριελάμβανε και τα συνοδευτικά κάθε αληθινής γνώσης: αρχές και συναισθήματα που γίνονταν πολυτιμότερα γιατί έμεναν σ’ αυτά, γιατί δεν είχαν άλλη αξίωση πέρα απ’ αυτά. Η εικόνα των στιγμών που πέρασα κοντά τους θα ήταν ασυμπλήρωτη αν δεν ανέφερα και τις ιστορίες που συνόδευαν τις νέες τους ασχολίες. Με αυτές συνέβαινε κάτι το εκπληκτικό: Πέφτανε μόνες τους σαν τα μούρα. Όπως αυτά καταλάβαιναν το χέρι που πήγαινε να τα κόψει έτσι και οι ιστορίες καταλάβαιναν το αυτί. Ορίστε δύο απ’ αυτές:
Η πρώτη:
-Τρίτη φορά που σπέρνω το σουσάμι, μου είπε. Γιατί; τον ρώτησα. Το τρώνε οι καρακάξες, είπε και συνέχισε: Παραμονεύουν μέσα στα δέντρα και μόλις απομακρύνομαι πάνε και το τρώνε. Κουράστηκα να τρέχω από πίσω τους, πόνεσαν τα χέρια μου να χτυπάω παλαμάκια για να τις απομακρύνω, ένα ομοίωμά μου που έστησα επιδεκτικά το αγνοούν. Έχουν αυξηθεί πάρα πολύ, δεν παλεύονται, δεκαοχτούρες και άλλα πουλιά έχουν εξαφανιστεί. Λένε πως τρώνε τα αυγά τους. Ένας γείτονας παραπονιέται πως τρώνε τα αυγά από τις κότες του. Ο ιδιαίτερος τρόπος που κακαρίζουν όταν γεννάνε τις προειδοποιεί, τις προσελκύει και μόλις αυτά πέφτουν τα αρπάζουν ζεστά ζεστά. Αυτός μπορεί να σφραγίσει το κοτέτσι του, εμένα δε μου είναι αρεστό.
Και η δεύτερη:
Ο πατέρας κάθε φορά έβρισκε τα καρπούζια στο μποστάνι λειψά. Μια μέρα αποφάσισε να λύσει το γρίφο. Μόλις τέλειωσαν τις δουλειές, πήγαινε, είπε στη μητέρα, στο σπίτι, εγώ θα κάτσω να παραμονέψω. Κρύφτηκε μέσα στα καλαμπόκια και περίμενε. Λίγη ώρα μετά καταφθάνει ο μουστερής, κοιτάζει δεξιά κι αριστερά, χτυπάει ένα ένα τα καρπούζια, διαλέγει τα πιο γινωμένα, τα παίρνει και φεύγει. Ο πατέρας μου παρακολουθεί αποσβολωμένος. Δεν μπορεί να πιστέψει πως ο συγχωριανός που τον καλημέριζε κάθε πρωί και που κάθε βράδυ μοιράζονταν μαζί του μια δυο ρακές έκανε κάτι τέτοιο. Λυπημένος για την κατάντια του ανθρώπου, με τον ήλιο να πέφτει, πήρε κατόπιν το δρόμο για το σπίτι.
Πλήρης γεύσεων και ιστοριών τους αποχαιρέτησα και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Στη διαδρομή ο ήλιος ήταν φιλικός έως παθήσεως. Στο σπίτι, σταθερός στην αρχή πως την ευτυχία πρέπει να τη μολογάμε ακόμα κι όταν ξέρουμε από στραβές, άρχισα την πληκτρολόγηση του παρόντος κειμένου.
