ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ
του Κωνσταντίνου Π. Διαβολίτση
Αναδημοσίευση από imaginistes 3/8/14
- Ως λαϊκισμός (στην κοινή γλωσσική χρήση του, που δεν ταυτίζεται απαραίτητα και με την επιστημονική χρήση του), έχει καθιερωθεί να λογίζεται ο όρος με τον οποίο προσδιορίζεται ‘η στάση και η συμπεριφορά μας στην τέχνη, στα Μ.Μ.Ε. αλλά κυρίως στην πολιτική και γενικά στον δημόσιο λόγο, που χαρακτηρίζεται από υπερβολική μή αυθεντική λαϊκότητα, που έχει μιά ολοφάνερη επίφαση λαϊκότητας’. Στην ακραία αρνητική του εκδοχή, ο λαϊκισμός εξισώνεται και ταυτίζεται με την δημαγωγία, την προπαγάνδα, όπου κολακεύει, κανακεύει, καλοπιάνει, υπηρετεί και εν τέλει καθιερώνει και επιβάλλει όχι τα δικαιώματα, τα συμφέροντα, τις αξίας και τις αρχές του λαού, (αυτό που τελικά είναι πάνω-κάτω το ‘λαϊκό’), αλλά το ακριβώς αντίθετο: τα ελαττώματα του, τα μειονεκτήματα του, τα αιτούμενα χωρίς νομιμοποίηση προνόμια του, (χωρίς όμως να δίνεται από την πλευρά του λαού, η δική του απαιτούμενη συμμετοχή στην επίτευξή τους), τον ατομικό συντεχνιακό καιροσκοπισμό.
Ο λαϊκισμός είχε και εξακολουθεί να έχει πέραν των άλλων χαρακτηριστικών του και χρωματισμό (δεξιό και αριστερό) τόσο στη χώρα μας, όσο και σε άλλα κράτη του κόσμου. Το πιο οικείο σε εμάς παράδεγμα λαϊκισμού είναι το φαινόμενο Ανδρέα Παπανδρέου και Παπανδρεϊσμού και η διάχυση αυτού του λαϊκισμού από τον Πρώτο στους υπόλοιπους συνεργάτες του και τελικά σε πολύ μεγάλο κομμάτι του λαού, το οποίο μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και τις τεράστιες μετακινήσεις πρώην ψηφοφόρων του κόμματος αυτού, κυρίως αριστερότερα, (αλλά και δεξιότερα), να έχει πλέον πρωταγωνιστικό και κυρίαρχο λόγο και ρόλο, σε πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής πολιτικής σκηνής.
Το ακριβώς αντίθετο του λαϊκισμού είναι η ‘θεσμικότητα’, η κάθε είδους διακυβέρνηση μέσω των θεσμών και των θεσμικών παραγόντων και εντέλει των τεχνοκρατών ή των ‘με τεχνοκρατική νοοτροπία΄ πολιτικών. Ο πιό μεγάλος όμως κίνδυνος αυτού του τελευταίου, είναι να γλυστρήσει κανείς από την έμμεση δημοκρατία στην κατ’ επίφαση δημοκρατία, από την δημοκρατία δια αντιπροσώπων (Κοινοβούλιο), στην δημοκρατία των μη εκπροσώπων (τεχνοκρατών), στην σταδιακή κατάργηση των δημοκρατικών κεκτημένων. Πού πρέπει λοιπόν να σταθεί το εκκρεμές, αφού και τα δύο ακραία σημεία του (λαϊκισμός – τεχνοκρατισμός), δεν παράγουν δημοκρατία ; Μήπως από κάποιο είδος ΧΑΟΥΣ (που παράγει ο λαϊκισμός), φτάνουμε σε κάποιο είδος ΕΛΙΤΙΣΜΟΥ αριστοκρατίας, ολιγαρχίας, μεταδημοκρατίας (που παράγει ο τεχνοκρατισμός); υπάρχει άραγε (γιατί υπάρχει και αυτή η άποψη), υπεύθυνος δημοκρατικός λαϊκισμός;
μπορεί αυτός στα καθ’ ημάς να είναι διακριτός από τον κυρίαρχο στη χώρα μας, λαϊκισμό, κληρονομιά που μας φορτώθηκε και διατρέχει σήμερα, πολύ μεγάλο κομμάτι του πολιτικού κόσμου;
μήπως θα έπρεπε, για να μπορέσουμε να συννενοηθούμε και να απεμπλακούμε τελικά από αυτή κληρονομημένη κατάρα, να δημιουργήσουμε ένα νεολογισμό για τον όποιο καλό λαϊκισμό (πχ ‘λαισμό’);
- Διάχυτη είναι τα τελευταία χρόνια (αλλά και εδώ όχι εξ ολοκλήρου κυρίαρχη), η άποψη, ότι η πιο σημαντική καθοριστική βάση, αιτία και πηγή, αυτού του φαινόμενου του λαϊκισμού στη χώρα μας, είναι η εμπότιση, η κυρίευση και τελικά ο καθ’ ολοκληρία εγκλωβισμός (ψυχικός, νευροβιολογικός, κοινωνικός, οικονομικός και εν τέλει αξιακός), των ατόμων αλλά και κατ’ αντιστοιχία και του ανάλογου τμήματος του λαού, από το φαινόμενο της ‘κουλτούρας του φθόνου’ και της μνησικακίας , μετατρέποντας τελικά τον άνθρωπο από Πολίτη που συνεδριάζει και συνομιλεί και αποφασίζει με κανόνες, σε μάζα που οχλαγωγεί, αλαλάζει, μυρικάζει, βιοπραγεί (όλα αυτά όχι απαραίτητα ταυτοχρόνως). Ειδικότερα:
Έχει κατά κόρον υποστηριχθεί ότι τα συναισθήματα του φθόνου και της μνησικακίας, αναδεικνύονται ως παράγοντες και εργαλεία, πολύ καθοριστικά, για τον προσανατολισμό και την κατεύθυνση του ατόμου, στην απόκτηση της νοοτροπίας και της συμπεριφοράς του όχλου. Έχουν (τα συναισθήματα αυτά) καταλυτική σημασία και συμβολή στην άνδρωση, γιγάντωση και τελικά κυριαρχία του λαϊκισμού στην Ελλάδα. Η ‘συγκινηση’ (ο εσωτερικός μας δηλαδή μηχανισμός μέσω του οποίου παράγονται θετικά και αρνητικά συναισθήματα), είναι κεντρικός και καθοριστικός παράγοντας, στις σχέσεις του ατόμου με το περιβάλλον του, με τους άλλους και πρέπει να μελετάται αλλά και να λαμβάνεται υπόψη όταν μελετώνται οι ανθρώπινες συμπεριφορές, στο πλαίσιο ψυχολογικών, νευροβιολογικών, φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών, ιστορικών και πολιτικών προσεγγίσεων. Στις περιπτώσεις αυτές για την τελική (εξωτερική) συμπεριφορά του ατόμου, λειτουργούν τρεις παράμετροι:
– η ψυχική κατάσταση του ανθρώπου που βιώνει το συναίσθημα του φθόνου και της μνησικακίας
το άτομο στο οποίο απευθύνεται αυτό το συναίσθημα
οι λόγοι που προκαλούν αυτό το συναίσθημα.
Για όσους τοποθετούνται αρνητικά απέναντι σε αυτό το συναίσθημα (και στις παράγωγες συνέπειες του), η μνησικακία και ο φθόνος γίνονται αντιληπτά ως ‘σύμπτωμα’ ως ‘αποτυχία’ της πλήρους απώθησης (και εξάλειψης), από τον έχοντα αυτά τα συναισθήματα, της εξωτερικής έκφρασης αρνητικών εκδηλώσεων. Το υποκείμενο της μνησικακίας και του φθόνου, υποκινείται από ένα υπερτροφικό εγώ (εδώ μπαίνουν ενδεχομένως και θέματα ναρκισσισμού) και υποβιβάζει όλες εκείνες τις αξίες που δεν μπορεί να διαχειριστεί και να υπερβεί.
Η συναισθηματική αυτή κατάσταση (η κουλτούρα του φθόνου), λαμβάνει άλλες διαστάσεις όταν ο λαϊκισμός (που κατά τα παραπάνω είναι εμποτισμένος και κυριευμένος, από τον φθόνο και την μνησικακία), κυριαρχήσει πολιτικά. Υπάρχουν πολλοί μελετητές, που υποστηρίζουν ότι το φαινόμενο του λαϊκισμού στην χώρα μας, με την ανάληψη κάθε είδους και επιμέρους εξουσία και εντέλει με την κατάληψη την τελευταία 30/ετία, σχεδόν όλης της εξουσίας, σε όλα σχεδόν τα επίπεδά της (κεντρική, αυτοδιοικητική, συνδικαλιστική), μετατράπηκε σε μεγάλη, σαρωτική υλική δύναμη, έγινε λαϊκό “κίνημα” έγινε αποκλειστική και μοναδική πολιτική πρακτική και τελικά έγινε ένα συνολικό status όλης της ζωής μας.
Η ήττα στον εμφύλιο της αριστερής παράταξης παρήγαγε σε ένα τεράστιο κομμάτι του λαού, ένα πολιτιστικό τραύμα. Τα νεότερα ηλικιακά (μικρομεσαία) στρώματα, που αποτέλεσαν την αμέσως επόμενη γενιά του εμφυλίου, (και είχαν αυτή την ήττα ως στοιχεία της ζωής τους), συστάθηκαν, αυτοπροσδιορίσθηκαν, ομογενοποιήθηκαν και τελικά απέκτησαν για πρώτη φορά πρωταγωνιστικό ρόλο, μετά την δικτατορία (με κυριότερη κοινή συνισταμένη τους, τον Ανδρέα Παπανδρέου). Έχουμε τελικά μια ‘μνησίκακη ‘μετα-αξίωση’ όλων αυτών (που έζησαν και κληρονόμησαν ήττα αλλά φυσικά έζησαν και κληρονόμησαν και αβάστακτους διωγμούς και κάθε είδους αποκλεισμούς), που στοιχειώνει τον μεταδικτατορικό λαϊκισμό ως ιδεολογία, πρακτική, κίνημα και (ίσως) ως αγελαία ηθική.
Αρνητικό αποτέλεσμα όλων αυτών των μετασχηματισμών μέσω της κυριαρχίας του λαϊκισμού, θα είναι τελικά μια νέα διαμόρφωση της κοινωνίας. Όλες οι υποαξίες -αξίες – υπεραξίες, κοινωνικές, μορφωτικές, πολιτισμικές, οικονομικές εξισώνονται εξισούνται και τελικά ισοπεδώνονται (δες τις μισθολογικές απολαβές στους εργαζόμενους στο Δημόσιο, τις διοικητικές ιεραρχίες και προαγωγές, την άμβλυνση και τελικά κατάργηση κάθε αξιολόγησης -κατάργηση είναι και οι ‘μαϊμού’ προσωπικές συνεντεύξεις του νόμου Παυλόπουλου-, την σταδιακή αλλά σήμερα σχεδόν ολοκληρωτική, μεταγενέστερη ακύρωση του ΑΣΕΠ, την κομματοκρατία, τον εκφυλισμένο πλέον συνδικαλισμό, την οικογενειοκρατία, τα ρουσφέτια κλπ).
Στην μετα -μεταπολιτευτική Ελλάδα, ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΤΑΞΕΙ Ο ΤΟΠΟΣ, αυτό το άρρωστο συναίσθημα (του φθόνου και της μνησικακίας,) και αυτό το άρρωστο κοινωνικό status, (ο λαϊκισμός),πρέπει να αντιμετωπισθούν και να θεραπευτούν. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι :
δεν μπορούμε να είμαστε όλοι άξιοι σε όλα (και μετά από εμάς, το ίδιοι με εμάς επίσης άξιοι, οι γιοί μας και οι κόρες μας)
όλοι στο ίδιο καράβι είμαστε. Αν καταλήξουμε να κάνουμε καπετάνιο και μηχανικό το γραμματέα της τοπικής ή της κλαδικής, ή το υιό ή την κόρη του πολιτικού, ή τον γενικώς και απροσδιορίστως Φίλο μας, και όχι τον απόφοιτο της Σχολής Εμποροπλοιάρχων ή Μηχανικών (που στην περίπτωση όμως της πολιτικής αντιπροσώπευσης θα έχουν επιπλέον και την λαϊκή νομιμοποίηση), όχι γιατί είναι αυτοί οι πλέον άξιοι και κατάλληλοι, αλλά επειδή διευθετούμε αμοιβαία μία ανταλλαγή προσωπικών τακτοποιήσεων, στο τέλος και αυτοί που ταξιδεύουν κατάστρωμα και αυτοί που ταξιδεύουν πρώτη θέση, όταν ο ανάξιος καπετάνιος ρίξει το καράβι στην ξέρα, ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΘΑ ΠΝΙΓΟΥΜΕ.
