«Η προσευχή του αλήτη»…του Τεύκρου Ανθία
| Άγιος, άγιος, άγιος,
Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου. Ωσαννά! ο εν τοις υψίστοις. |
| Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες και
κοιτώ τον ουρανό, που συγνεφιάζει, ο αλιτήριος! Θα ΄χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος Κύριος, με κάποιον άγγελο, ασφαλώς λίγο κουτό. |
| Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός γιατρός, ω ναι,
ασφαλώς· και κάνει ενέσεις «θανατίνης» στο κορμί μου. Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται κι οι αρμοί μου… – «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι αμαρτωλός; |
| »Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο που
θα΄ πρεπε– δεν εγκλημάτησα, μαθές – καθώς ποιείται υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη και έθιμα. – Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με τιμωρείτε; |
| »Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω σατανικά,
γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις, αν υφίστασαι. Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη, δεν εξίστασαι, από του ύψους σου ορών… τόσα κακά». |
| Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες στη γωνιά.
με μιαν ευλάβεια και πόνο τους σιμώνω. Ω! μας κυκλώνει και τους τρεις η παγωνιά… Θέλω να σφίξω τις γροθιές μου… αλλά… κρυώνω…- |
| (Από το Τεύκρος Ανθίας : Μια παρουσίαση από τον Κώστα Νικολαΐδη, Γαβριηλίδης 2002) |
