Φρέσκα

Χρήστου Γιαννακού: «Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία»

εις μνήμην Μάριου Χάκκα

❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀

Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία εμφανιζόταν κάποτε ένας νέος, που νόμιζε πως ρύθμιζε την κυκλοφορία. Μαυρομάλλης, μουστακαλής και λιπόσαρκος είχε χαρακτηριστικά κοινά και ύψος μεσαίο. Φορούσε καθαρά, καθημερινά ρούχα –επομένως οι όποιοι δικοί του, κατά πάσα πιθανότητα, είχαν επίγνωση της κατάστασης. Οι κινήσεις του θύμιζαν τροχονόμο. Τα χέρια του ακολουθούσαν τις αναλαμπές «Γρηγόρη»-«Σταμάτη», για να επιτρέψει, δήθεν, το πέρασμα των πεζών, αφού πρώτα είχε σταματήσει τα αυτοκίνητα.

Καμαρωτός, με ύφος ανάλογο της περίστασης, έπιανε «δουλειά» για ποικίλα χρονικά διαστήματα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Στεκόταν στην άκρη και δεν ενοχλούσε κανένα. Κατά παρέκκλιση, συγχρόνως με τα συλλογικά, έδινε και κατ’ ιδίαν σήματα: έκλεινε διακριτικά το μάτι σε καμιά ομορφούλα, που περίμενε πριν τη διάβαση για να περάσει το δρόμο.

Με τον καιρό απέκτησε, εύλογα, χρονικό αυτοματισμό· δεν χρειαζόταν πια να συμβουλεύεται τα φανάρια για τις υποδείξεις του.

 

Βρέθηκε δηλαδή ένας άνθρωπος, που, μολονότι άθελά του είχε διαφύγει από τα κοινώς παραδεκτά όρια νοοτροπίας και συμπεριφοράς, μιμήθηκε μια πράξη εντατική ως προς την αφοσίωση και συστημικά ενταγμένη, για να νιώσει, έστω στα ψέμματα, την περηφάνια τού να είναι χρηστός.

Θα ήταν δυνατό μάλιστα, από μία σκοπιά, να τον ζηλέψει κανείς. Θα διέθετε άλλος το παιδικό θράσος να στήσει τέτοιο αξιοπρόσεκτο στην ανοησία του παιχνίδι;

Όπως και να ’χε, συνέβη τυχαία, όταν κάποιο πρωί τα φανάρια στη διασταύρωση χάλασαν, να γίνει όντως ο άνθρωπος της ημέρας.  Αρχικά, δεν κατάλαβε πως τα κόκκινα, πράσινα και πορτοκαλιά φώτα είχαν, απροειδοποίητα, σβήσει. Συνέχιζε απερίσπαστος να εκτελεί τη ρουτίνα του. Αλλά κι όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, απλά πρόσθεσε στις κινήσεις του μια ιδέα επίσημης ακαμψίας, για να δηλώσει προφανώς ότι  κατανοούσε το απρόσμενο ειδικό βάρος της θέσης του.

Καθώς εμφανίστηκε σαν απροσδόκητη λύση στην επερχόμενη αταξία, οι ενέργειές του έχασαν ξαφνικά την ελαφρότητα ενός μάταιου κόπου. Στoιχημένοι όλοι, οδηγοί και πεζοί, έδιναν νόημα για πρώτη φορά στις χειρονομίες του πειθαρχώντας στα σήματα.

Οι θαμώνες ενός κοντινού καφενείου δεν έχασαν την ευκαιρία να σχολιάσουν:

«Χρειαζόταν κάτι παράδοξο να τονίσει πόσο ασυντόνιστη είναι η λειτουργία της πόλης»,

«Η τρέλα βάζει σε τάξη το χάος».

Η αυτόματη σήμανση, εντούτοις, αργούσε να επανέλθει κι έπειτα από πολλή ώρα ορθοστασίας στο εφήμερο καθήκον ο νέος κουράστηκε. Ο χρονισμός των οδηγιών άρχισε ν’ αλλάζει· οι μιμήσεις εξελίσσονταν σε αυτοσχεδιασμούς, δημιουργώντας εκφράσεις μιας γλώσσας διαφορετικής απ’ αυτή που γνώριζαν ή προτιμούσαν να βλέπουν οι εποχούμενοι. Δεν άργησαν τα παρατράγουδα, ο ψιλοπανικός, το βρισίδι.

«Φύγε από τη μέση, τρελέ. Μας έκανες άνω κάτω»,

«Άντε να χαθείς, βαρεμένε».

Ο παππούς Χάκκας, που καθόταν στο καφενείο, θυμήθηκε πως σε μια άλλη γωνία, όχι μακριά από κει, σκότωσαν στην κατοχή τον τρελό της Καισαριανής, γιατί παρίστανε πως απ’ την τσέπη θα τράβαγε όπλο, ενώ στ’ αλήθεια κράταγε τσόκαρο.

Πάνω στην ώρα φάνηκε στη διασταύρωση ένας κανονικός τροχονόμος, που ανέλαβε να ρυθμίσει την κυκλοφορία. Δεν απόφυγε, ωστόσο, να προκαλέσει συμφόρηση πέφτοντας σε μετά βίας ανεκτά, λόγω στολής κι ιδιότητας, λάθη. Ίσως έπρεπε πράγματι να του αναγνωριστούν ελαφρυντικά, αφού προσπαθούσε αβοήθητος κι απομονωμένος. Αν όμως έτσι είχε η κατάσταση, γιατί άραγε ήτανε πιο κατάλληλος απ’ τον προκάτοχό του;

Μπορεί ο νεαρός να βρισκόταν ήδη αρκούντως εκτός της πραγματικότητας, μα η φασαρία φάνηκε ότι τον παρέσυρε πιο βαθιά στα δικά του νερά. Εξαφανίστηκε αργά στην κατωφέρεια της Φορμίωνος κουνώντας τα χέρια του συνεχώς, σαν να μετέδιδε, τότε, ένα παραφθαρμένο «Περάστε ελεύθερα» -ή μήπως ένα «S-O-S» πριν την επερχόμενη σιωπή;

Αναδημοσίευση: https://sarantakos.wordpress.com/2021/07/04/hakkas/#more-39961