Πόρτο Λεόνε του Λευτέρη Καπώνη
❀❀❀
Οι έρωτες για τις γυναίκες –τώρα που η ηλικία δεν αστειεύεται– τείνουν να έλθουν σε δεύτερη μοίρα, αφήνοντας χώρο για τις παιδικές αγάπες. Είναι παράδοξο, αλλά ισχύει ως χαρμόσυνο γεγονός. Για παράδειγμα, η πόλη όπου μεγάλωσε κανείς κι έμαθε τα πάντα διεκδικεί προνομιούχα θέση στο θυμικό των σημερινών εξηνταφεύγα, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι μαζί με την πόλη πάει αγκαζέ και σφιχταγκαλιασμένη η ποδοσφαιρική ομάδα, ο Ολυμπιακός δηλαδή, τότε έχουμε μια καλή μαλάγρα για ένα αφήγημα εφηβικής συγκίνησης και ανδρικής νοσταλγίας.
Ο Καπώνης σπούδασε το γράψιμο γράφοντας αλλεπάλληλα τηλεοπτικά σενάρια, ενίοτε με μεγάλη επιτυχία, κι επίσης υπογράφοντας επτά μυθιστορήματα. Η επιστροφή με φόρα στα νεανικά του χρόνια, περίπου σαν προσκύνημα στη γενέτειρα, έχει καλό ρυθμό, εξαίρετο υλικό και κυρίως καθαρό συναίσθημα, χωρίς εύκολη δραματουργία και συμβατικές περιγραφές των προσώπων. Όσο για την ποδοσφαιρική θρησκεία της πόλης, αρκούν δύο παρατηρήσεις: οι παρέες διαβάζουν το «Φως των σπορ» όπως οι μουσουλμάνοι το Κοράνι, όσο για τη μάνα που βλέπει τον υποψήφιο γαμπρό της κόρης της, τον κοιτάζει κατάματα και αποκαλύπτεται: «Της το είπα, μη μου φέρει Παναθηναϊκό γαμπρό, γιατί θα τον πετάξω απ’ το μπαλκόνι!».
Ο αφηγητής κατά συνέπεια έχει δύο μοτίβα που πρέπει να τα εξαντλήσει: από τη μία οι λαϊκές παρέες που ορκίζονται στον Πειραιά και στο ήθος του και από την άλλη η θρησκεία του Ολυμπιακού (μιλάμε για την εποχή των Λοσάντα, Περσίδη, Δεληκάρη, Γιούτσου, Συνετόπουλου, Αϊδινίου, Αγγελή, Γκλέτσου, Σιώκου, Γκαϊτατζή, Κελεσίδη κ.λπ.).
Οι σελίδες για τις γυναίκες είναι εξαιρετικές, παλαιάς κοπής βέβαια, αλλά με υγιές αντριλίκι και με δράματα και ιδιάζουσες στιγμές. Λόγου χάρη, όταν η μάνα γυροφέρνει στην αυλή επειδή είναι η πρώτη φορά που ξημέρωσε χωρίς να έρθει ο γιος της σπίτι, είναι κάτι που διαπερνά πέρα για πέρα την εφηβική μνήμη.
Το πιο σκληρό συμβάν του βιβλίου, το δράμα δηλαδή του Βαγγέλη με την Ντίνα και τον Κυριάκο και το αναπόφευκτο φονικό, είναι πειστικό, αξίζει τη φράση «ενώθηκαν στην αμαρτία και στην προδοσία» και συνάμα δεν ξεφεύγει από τη συνολική αφήγηση, η οποία διατηρεί το τέμπο και το πιστεύω της από την πρώτη ίσαμε την τελευταία σελίδα.
Έχουμε την εντύπωση ότι ο Καπώνης με το Πόρτο Λεόνε έκανε λογοτεχνικό τάμα και πήρε ό,τι του άξιζε.
Αναδημοσίευση: https://www.lifo.gr/culture/vivlio/treis-antres-apo-ton-kosti-papagiorgi

