Φρέσκα

Ο κανίβαλος

του Μιχάλη Δήμα

 

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014. Κοιτάω την ημερομηνία και σκέφτομαι αν έχω τίποτα να καταγράψω. Τραβάω την κουρτίνα. Τώρα έχω περισσότερο φως. Στρέφοντας το κεφάλι μου δεξιά, αντικρύζω στο απέναντι οικόπεδο τον κανίβαλο, πίσω από κάτι μαργαρίτες.  Ναι, ακριβώς όπως το διαβάσατε. Το γράφει φαρδιά πλατιά στο πλαϊνό με μαύρα κεφαλαία γράμματα.

Στέκει εκεί, μαδώντας μία. Απορώ, που αναρωτιέται, αν τον αγαπάει κανείς, αυτόν ένα κανίβαλο, έναν ανθρωποφάγο. Στέκει εκεί να σαπίζει και να σκουριάζει, τόσο καιρό τώρα. Με τρύπια λάστιχα, με άδεια μπαταρία, παροπλισμένος, αυτός που κάποτε κατάπινε χιλιόμετρα στην άσφαλτο, που μασούσε τους χωματόδρομους και μούγκριζε στις ανηφόρες. Και τι δεν είχε κουβαλήσει στην καρότσα του, που τώρα την κατοικούνε γάτες και είναι γεμάτη κουτσουλιές από δεκαοχτούρες. Από καρπούζια τα καλοκαίρια και χαλιά το χειμώνα, μέχρι παλιατζούρες για πέταμα.

Στέκει, λοιπόν, εκεί χωρίς ταυτότητα, δίχως πινακίδες και διακριτικά. Χωρίς τα φανταχτερά χαϊμαλιά του στο παρμπρίζ, βουβός, χωρίς ντουντούκα. Και πού είναι τα σημαιάκια του, που αναρτούσε άλλες φορές τέτοιες χρονιάρες μέρες;   Αυτός που απ’ όπου πέρναγε σκόρπαγε δέος και πανικό. Ας είναι. Έχουν αλλάξει οι καιροί.  Τώρα, σκέφτεται, κυκλοφορούν κανίβαλοι άλλου είδους. Αυτός θα πρέπει να συμβιβαστεί με ότι τού επιφύλασσε η σκληρή του μοίρα. Μαδάει, λοιπόν τις μαργαρίτες με πείσμα, μπας και τελικά τού βγει, ότι τον αγαπάει κάποιος, αυτόν έναν κανίβαλο, έναν ασφαλτοφάγο…