Φρέσκα

…με τα μάτια ενός εννιάχρονου.

του Κων/νου Χαϊδεμένου

 

Σάββατο 20 Ιουλίου 1974. Το καλοκαίρι ξεκίνησε όμορφα. Πριν λίγες βδομάδες τέλειωσα την Γ’ Δημοτικού, στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Αγίου Δημητρίου, τις λεγόμενες «ελιές». Ήμουν πια έτοιμος να ανέβω επίπεδο, κι από το Σεπτέμβρη ως τεταρτάκι θα βρισκόμουν στον πάνω όροφο τους σχολείου. Παρακολούθησα για πρώτη φορά τελικό κυπέλλου Ελλάδας στο ποδόσφαιρο, μόνος μου με τη συνοδεία ροχαλητών, μια και ήμουν ο μόνος φίλαθλος της οικογένειας. Υβ, Παρίδης, Ασλανίδης, Κρητικόπουλος 2-2, παράταση και στα πέναλντυ ο μεγάλος ΠΑΟΚ. Λίγες μέρες μετά το κλείσιμο των σχολείων, φύγαμε για Λαγονήσι ή για να είμαι πιο ακριβής 2 χιλιόμετρα πριν, στον Άγιο Δημήτριο (σταθεροί στις αξίες μας, πάντα σε Άγιο Δημήτριο). Εκεί, στο μικρό σπίτι, μισό – μισό με καλούς οικογενειακούς φίλους λόγω έλλειψης χρημάτων, περνούσα όλα τα σχολικά καλοκαίρια μου. Αρχικά χωρίς κοντινά σπίτια, χωρίς νερό και ρεύμα. Όμως εκείνο το καλοκαίρι ξεκίνησε με δίκτυο νερού και, το σπουδαιότερο, με ένα νέο σπίτι που στέγαζε δύο οικογένειες. Τα τέσσερα παιδιά γίναμε οκτώ. Το μόνο μελανό σημείο, ότι δεν μπόρεσα να δω τον Γιόχαν Κρόιφ να σηκώνει το παγκόσμιο κύπελλο.

 

Σάββατο 20 Ιουλίου 1974. Οι μεγάλες και πρωτόγνωρες εμπειρίες εκείνου του καλοκαιριού βρίσκονταν μπροστά μας. Τα τελευταία βράδια χαζεύαμε τις φωτιές που μας είχαν κυκλώσει από μακριά. Πορτοκαλί κινούμενα σχήματα προς Σαρωνίδα, προς Κορωπί, προς Αγία Μαρίνα. Το πρωινό του Σαββάτου δεν προμήνυε κάτι το ιδιαίτερο. Οι άντρες ήταν στις δουλειές. Ο πατέρας μου, οικοδόμος, δούλευε στην Κηφισιά. Δεν ξέρω πόσες συγκοινωνίες άλλαζε για να κάνει καθημερινά το Λαγονήσι – Κηφισιά. Στα σπίτια τα γυναικόπαιδα, οι γυναίκες δουλειές, τα παιδιά ήσυχα παιχνίδια στην πίσω αυλή, μικρή αλλά σκιερή. Σε λίγο θα ξεκινούσε η πορεία του ενάμισι χιλιομέτρου για τη θάλασσα. Κάποια στιγμή η γειτόνισσα που άκουγε ραδιόφωνο, παρατήρησε ότι το πρόγραμμα είχε αλλάξει και ακούγονταν μόνο ηρωικά δημοτικά και εμβατήρια. Οι γυναίκες μαζεύτηκαν όλες σε ένα σπίτι κολλημένες στο ραδιόφωνο. Καθώς πλησίαζα, τις άκουσα και τις είδα να τσιρίζουν. Μόλις είχε ακουστεί η μαγική φράση, «γενική επιστράτευση». Γρήγορα ήρθε η αντίδραση, επιστροφή από την απομόνωση της εξοχής στην ασφαλή Αθήνα. Για πότε γέμισαν οι τσάντες και τα τσαντάκια και ακροβολίστηκαν στον χωματόδρομο! Κάποια τρόφιμα τα στείλαμε με το Ford Taunus του κυρ-Κώστα, του μόνου που είχε αυτοκίνητο. Φορτωθήκαμε τις τσάντες και ξεκινήσαμε. Στον παραλιακό δρόμο δεν περνούσαν λεωφορεία. Ευτυχώς κάποια στιγμή ξεπρόβαλε από ένα αυτοκίνητο ο πατέρας μου. Είχε περάσει και από το αστυνομικό τμήμα όπου επιβεβαιώθηκε ότι δεν επιστρατευόταν (λίγο μεγαλύτερος από τα 40 γαρ). Γρήγορα εξασφαλίσαμε θέση στην καρότσα ενός φορτηγού και πριν τη δύση ήμασταν στο Μπραχάμι.

 

Το υπόλοιπο καλοκαίρι κύλησε πυκνό σε γεγονότα και μνήμες. Στην τηλεόραση σκηνές από πόλεμο και σκοτεινιασμένα πρόσωπα ξεριζωμένων. Μια γειτόνισσα φιλοξενούσε ζευγάρι Κυπρίων που είχε έρθει για διακοπές στην Ελλάδα. Το αγοράκι τους συνομήλικό μου. Τόσο κοντά ο πόνος! Μετά από λίγες μέρες, με την πτώση της χούντας και τον ερχομό του Καραμανλή, αισθάνθηκα τον κόσμο διαφορετικό. Οι γείτονες μιλούσαν διαφορετικά, εξέπεμπαν μια ελπίδα. Γείτονας, που εργαζόταν στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, μας μετέφερε το κλίμα ανάτασης που επικρατούσε, βλέποντας τους παλιούς πολιτικούς να κυκλοφορούν στην πλατεία Συντάγματος, αναβαπτισμένοι στον άνεμο της μεταπολίτευσης. Τον Αύγουστο, στο Λαγονήσι όπου είχαμε επιστρέψει, παρακολουθούσα τις συζητήσεις για τον 2ο Αττίλα. Στην εκκλησία το δεκαπενταύγουστο, περιφέρθηκε πανέρι για τους αδελφούς Κυπρίους κι ο κόσμος συνεισέφερε με την καρδιά του. Παρατηρούσα τον πατέρα μου, τον θυμόμουν σε άλλες περιπτώσεις να δίνει μικρά κέρματα. Ξαφνιασμένος τον είδα να βγάζει ολόκληρο  πενηντάρικο. Ακολούθησε ο ερχομός του Ανδρέα. Στο αεροδρόμιο πήγαν ο πατέρας μου, η αδερφή του και μία γειτόνισσα. Την επόμενη μέρα προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε τις φιγούρες τους στις φωτογραφίες της εφημερίδας.

 

Δεν ήθελα και πολύ! Άρχισα να ξεκοκκαλίζω πρώτα την «Αθηναϊκή» και από το 1975 την «Ελευθεροτυπία». Άλλωστε θα ακολουθούσε πλούσιο υλικό. Μόνο οι καταθέσεις από τις δίκες των πρωταιτίων και των βασανιστών ήταν ατελείωτες! Έτσι μου έμεινε το κουσούρι!