Η αποκαθήλωση του Πέτρου Δούρου
του Βασίλη Καρδάση
Της τέχνης άνθρωπος ο Πέτρος Δούρος. Εισήλθε στα άδυτα της υποκριτικής
στα μικράτα του, στην Στ’ Δημοτικού. Στην ευφάνταστη παράσταση που
έστησε ο δάσκαλος στην επέτειο της 25ης Μαρτίου, με τον δηλωτικό τίτλο
Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, είχε παίξει τον ήρωα Χρήστο
Κολοβό, ένα από τα γενναία παλληκάρια του Κολοκοτρώνη. «Ορέ παλληκάρια
σηκωθείτε από χάμου, σηκωθείτε να νικήσουμε την Τουρκιά» ήταν η ατάκα
του που έγραψε πολύ στην παράσταση. Στο Γυμνάσιο και το Λύκειο ο
Δούρος αποτελούσε την καταφυγή των φιλολόγων, όταν εξασκώντας την
τέχνη της σκηνοθεσίας, εβίαζαν Μπρεχτ, Καμπανέλλη και αρκετούς άλλους
ανύποπτους συγγραφείς. Ομορφούλης ο εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης, τον
βόηθαγε και η μπάσα φωνή του, έγινε κάτι σαν Μπάρκουλης για τις
συμμαθήτριές του. Δεν ήταν παράλογο που πήραν τα μυαλά του αέρα.
Σκράπας στα μαθήματα και το ΤΕΙ πολυτέλεια ήτανε. Οπότε πήρε
πληροφορίες και προσανατολίστηκε να μπει σε μια ιδιωτική σχολή
θεάτρου.
«Δεν δίνει ψωμί παιδί μου το θέατρο» ήταν η αρχική τοποθέτηση του
συνταξιούχου χωροφύλακα πατέρα του. Στην ουσία η καούρα του ήταν μη
λοξοδρομήσει το παιδί, «στο θέατρο οι γυναίκες είναι πουτάνες και οι
άντρες ντιγκιντάγκες», του είπε θυμωμένα ένα μεσημέρι στο τραπέζι που
τρώγανε, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον αποπροσανατολίσει από την
υποκριτική τέχνη. Υπολόγιζε βέβαια και τα μειδιάματα στο καφενείο της
γειτονιάς. Η γεροντοπαρέα στην πρέφα ήταν απόλυτη σε τέτοια πράγματα.
Αλλά ποιος τον έπιανε τον Πέτρο. Ουδείς μπορούσε να κάμψει την
πεποίθηση που είχε ριζώσει μέσα του, πως κάποια μέρα θα έφτανε ψηλά,
θα τον μάθαινε ολόκληρη Ελλάδα.
Ευδοκίμησε ο Δούρος και πήρε το δίπλωμα του ηθοποιού. Οποία δυσκολία,
τόσοι και τόσοι το είχαν κάνει πριν απ’ αυτόν. Βέβαια η σκηνική του
παρουσία δεν ήταν αδιάφορη, κομψός ήταν και αρρενωπός, ενώ και τα
μαθήματα ορθοφωνίας φτούρησαν στην περίπτωσή του. Έτσι με τις πρώτες
του συμμετοχές σε έναν συνοικιακό θίασο ο Πέτρος ένιωσε φτασμένος
ηθοποιός. Όταν σε λίγο διάστημα ήρθαν και οι προτάσεις για
βιντεοταινίες εκεί πια απογειώθηκε. Συνήθως έπαιζε ρόλους καλών και
εραστών. Έντιμος αστυνομικός που καταδιώκει οργανωμένη σπείρα,
αντιμέτωπος με εγκληματίες που του απήγαγαν τη γυναίκα, εξαπατημένος
σύζυγος που ανακαλύπτει τον αληθινό έρωτα στη γραμματέα του, ντετέκτιβ
κυλισμένος στο ποτό που αναλαμβάνει υπόθεση από πλούσια χήρα. Ως
ντετέκτιβ μάλιστα γύρισε πολλά επεισόδια με την επωνυμία Μάρλος.
Βγαλμένος από μυθιστόρημα του Ρέιμοντ Τσάντλερ, ο Φίλιπ Μάρλοου σε
ελληνική έκδοση της δεκαετίας του 1980. Από τις βιντεοταινίες πέρασε
στα σίριαλ μιας ίδιας εκδοχής. Ο ντετέκτιβ Μάρλος, το πετυχημένο θέμα
των βιντεοταινιών έγινε βδομαδιάτικο ωριαίο επεισόδιο σε μεγάλο
κανάλι. Η ακροαματικότητα ήταν στα ύψη, ο κόσμος διψάει για πόνο και
έρωτα, το δείχνουν και τα τούρκικα σίριαλ σήμερα.
Αισθανόταν ότι ήταν κάτι μεταξύ Τζόνι Ντεπ και Μπραντ Πιτ. Δημοσίως
έλεγε ότι η τηλεόραση είναι ο καθρέφτης της αξίας του ηθοποιού, επειδή
τα κανάλια εμπορικές επιχειρήσεις είναι, σε επιλέγουν διότι αρέσεις
στο απαιτητικό κοινό. Ήρθαν και οι συνεντεύξεις στα τηλεοπτικά
περιοδικά, απαντώντας με παρρησία σε κρίσιμα ερωτήματα του τύπου «αν
το ζώδιό σου επηρέασε την καριέρα σου», «ποιο είναι το μεγαλύτερο
προτέρημα και ποιο το μεγαλύτερο μειονέκτημα του χαρακτήρα σου»,
«ποιους ρόλους ονειρεύεσαι να παίξεις». Στο τελευταίο προσέφευγε στο
κλασικό ρεπερτόριο, ασφαλής καταφυγή από όσα είχε διδαχτεί στη σχολή.
Ο Μακήθ στην Όπερα της πεντάρας, ο Φρανκ στο Ήταν όλοι τους παιδιά
μου, και ο Τζίμυ στα Οργισμένα νιάτα ήταν οι στόχοι του. Συμπλήρωνε
όμως ότι τα σενάρια των σίριαλ δεν υστερούσαν σε ποιότητα από πολλά
καλά θεατρικά έργα, οπότε έτσι έκλεινε συμβιβαστικά το όλον ζήτημα.
Το άλμα της δημοσιότητας είχε και τα ανάλογα αποτελέσματα. Οι
φιλοδοξίες του Δούρου δεν περιορίζονταν στην υποκριτική. Όταν
πρωτοξεκίνησε το Κανάλι 29, το κανάλι της Αυριανής όπως έλεγαν κάποτε,
ανέλαβε τηλεπαιχνίδι ερωτήσεων προς τους ακροατές. Όποιος δεν είδε
αυτές τις εκπομπές έχασε πολλά. Κρατώντας το λεξικό στα χέρια ρώτησε
αφελή νοικοκυρά τι σημαίνει η λέξη αβαείον. Όταν η δύσμοιρη
αναρωτήθηκε μήπως προέρχεται από ‘των Βαΐων’ ο Πέτρος έριξε το τούβλο
του. «Όχι βέβαια, διότι έχει το στερητικό α μπροστά το αβαείον». Αυτά
και άλλα τινά εδίδαξε από τηλεοράσεως ο Δούρος προς δόξαν του
ελληνικού γλωσσικού πολιτισμού.
Βεβαίως άλλαξε και στέκια. Από τη Γούβα των νεανικών του χρόνων
μεταπήδησε στο Dolce, εκεί στην παροικία των καλλιτεχνών, πίνοντας
εσπρέσο, και συζητώντας επί παντός επιστητού. Ατού του η
πολυπραγμοσύνη. Έφτασε να υποδύεται ρόλους ακόμη και στις παρέες του.
Ντύθηκε ένα σοβαροφανές ύφος, ο λόγος του έγινε αργόσυρτος διότι τάχα
σκεφτόταν βαθιά προτού εκστομίσει το συνήθως κοινότοπο σχόλιό του.
Όταν δεν μιλούσε υπέρ της σκανδιναβικής σοσιαλδημοκρατίας και δεν
εκθείαζε την ευφυΐα του Αντρέα, συνηγορούσε υπέρ του life style,
ισχυριζόμενος ότι επιτέλους οι Έλληνες έβγαιναν από τη μιζέρια και
γνώριζαν την πραγματική ζωή. Δεν ήταν λίγες οι φορές, δυστυχώς δεν το
απέφευγε, που υποδυόταν τον αναλυτή δραματουργικών στοιχείων, ενώ στην
πραγματικότητα ήταν άσχετος. Έτσι ο Πιραντέλο και ο Ίψεν, μαζί και ο
Μπέκετ και ο Ιονέσκο έπεφταν συχνά θύματα της άγνοιάς του. Κριτίκαρε
με ευκολία, όπως κάνουν όλοι οι ημιμαθείς που κομπορρημονούν για τη
δήθεν ευρυμάθειά τους, από Στανισλάφσκι μέχρι Μπάρμπα, κι από Μπρεχτ
μέχρι Ντάριο Φο. Για όλους ο Δούρος είχε άποψη, παρόλο που οι γνώσεις
του είχαν παραμείνει σε όσα είχε ακούσει ξώφαλτσα από τους καθηγητές
του στη δραματική σχολή. Εννοείται ότι ήξερε πού και τι ανεβαίνει στη
θεατρική Αθήνα, ήταν πληροφορημένος για το ρεπερτόριο των επαρχιακών
ΔΗΠΕΘΕ, και παράλληλα ποιος συνάδελφος συμμετείχε σε ποια παράσταση.
Τον διευκόλυνε επ’ αυτών η θεατρική στήλη των Νέων. Άλλοτε υιοθετώντας
άκριτα την κριτική του Γεωργουσόπουλου, άλλοτε καυτηριάζοντάς την,
απλώς επεδείκνυε έναν κούφιο, μα απολύτως κενό, ντεπόζιτο προσωπικών
αντιλήψεων. Έστηνε και αυτί στο Dolce, είχε την ευχέρεια να
συλλαμβάνει νέα και απόψεις των διπλανών του ως αμερικάνικο ραντάρ. Εξ
ού και οι διακηρύξεις υπέρ του σκανδιναβικού σοσιαλισμού.
Εν τω μεταξύ είχε προσδεθεί για καλά στο τρένο της κυβέρνησης. Εντελώς
υπολογιστικά πόνταρε στην εκμετάλλευση των ευκαιριών που απλόχερα
παραχωρούσε το πράσινο υπουργείο Πολιτισμού. Βρέθηκε έτσι να παίζει σε
διάφορες παραστάσεις που γυροβολούσαν την ελληνική επαρχία
καλοπληρωμένες από τα κονδύλια του υπουργείου. Χάρη στη Μελίνα και τον
Μικρούτσικο έφαγε με χρυσά κουτάλια ο πασίγνωστος ντετέκτιβ Μάρλος. Με
τον λαό σε πλαστικές καρέκλες να παρακολουθεί πειθήνια
πολυδιαφημιζόμενα φεστιβάλ και να χαζεύει τα αυγουστιάτικα φεγγάρια, ο
Δούρος έγινε φίρμα πρώτου μεγέθους. Στου κασίδη το κεφάλι δηλαδή.
Επειδή για την ενασχόληση με τη δραματική τέχνη δεν τίθενται ευνοήτως
απαγορευτικοί όροι σε κανέναν. Ο Πέτρος λοιπόν, ευνοημένος ενός
επικυρίαρχου συστήματος που διαμόρφωνε τον λαϊκισμό στον πολιτισμό και
επέβαλε πρόσωπα και καταστάσεις, τέθηκε επικεφαλής θεατρικών σχημάτων
τηλεοπτικής προέλευσης. Μάζευε δηλαδή ηθοποιούς κυρίως από τα σίριαλ
και τσουπ έβγαινε στην επαρχία προς άγραν χρημάτων. Δεν είχε τόσο
σημασία το τι και ειδικά το πώς θα έπαιζαν, η αναγνωρισιμότητα που
πρόσφερε η τηλεόραση ήταν το ατού. Οι παραστάσεις του θίασου Δούρου
γέμιζαν κόσμο. Ο Μάρλος έφερνε τα λεφτά. Αρρενωπά, ανέμελα παλληκάρια,
λίγο μπούτι και ντεκολτέ από τις ενζενί συναδέλφους, μάτι και
ελαφρότητα και γέμιζαν κόσμο οι παραστάσεις που έδινε ο θίασος.
Δεν ήθελε πολύ να καβαλήσει το καλάμι. Τότε ήταν που έβαψε και τα
μαλλιά του να μοιάζει του Μπραντ Πιτ. Είχε αρχίσει να γκριζάρει στους
κροτάφους κιόλας, κι αυτό δεν το ανεχόταν. Σε μια συνέντευξή του σε
κάποιο περιοδικό εκμυστηρεύτηκε τα καλλιτεχνικά οράματά του.
Προσανατολισμός του, είπε, είναι το ποιοτικό θέατρο. Να
διαπαιδαγωγήσει τον κόσμο ανεβάζοντας έργα των μεγάλων κλασικών. Άγος
ψυχής και κάτι συναφή. Ο Δούρος είχε πάρει τον ανήφορο.
Και επειδή στην Ελλάδα ποτέ δεν τηρήθηκαν όρια σοβαρότητας ο Πέτρος
έβαλε μπρος ένα ακόμη μεγαλεπήβολο σχέδιο. Να μπει στη Βουλή.
Επιθυμούσε διακαώς, αυτός όπως και άλλες μετριότητες, να σώσει τη
χώρα. Ο πολιτικός χώρος ήταν πρόσφορος, άλλωστε όλα τα κόμματα
επιδιώκουν να συμπεριλάβουν στα ψηφοδέλτιά τους επώνυμους, και ο
Δούρος όπως και να το κάνουμε ήταν φίρμα στους τηλεορασόπληκτους. Το
σύνθημα της προεκλογικής καμπάνιας του «Η δική σας φωνή στη Βουλή»,
είναι σαφές ότι πρόδιδε την αμετροέπεια του ανθρώπου. Παρόλα αυτά
ψηφίστηκε και απαλλάχτηκε η υποκριτική τέχνη από την παρουσία του.
Αγόρευση από μικροφώνου δεν τόλμησε στη Βουλή σχεδόν επί δυόμισυ
χρόνια. Μόνο σε κάτι κοινοβουλευτικές επιτροπές συμμετείχε περί τέχνης
και θεάματος. Βράσε ρύζι δηλαδή. Το δυστύχημα ήταν ότι φρόντισε να
υπερψηφίσει όλα τα αντιλαϊκά μέτρα του Μνημονίου. Αφού ανέλαβε να
σώσει την κοινωνία, όφειλε να το κάνει και πράξη. Το ωραίο είναι ότι
κάθε φορά διαβεβαίωνε πως είναι η τελευταία φορά που ψηφίζει περικοπές
μισθών. Έλα όμως που το έκανε σε όλες τις περιπτώσεις, προκειμένου να
διατηρήσει την αφοσίωση στον αρχηγό και τη βουλευτική του έδρα.
Κατέστρεψε έτσι πολλούς και πολλά με τη στάση του. Όταν ο κόσμος
άρχισε να διαμαρτύρεται σε δρόμους και σε πλατείες πίστευε ότι ο ίδιος
θα την έβγαζε καθαρή. Σου λέει τζάμπα πήγε τόσος πολιτισμός που
πρόσφερε; Αμ δε!
Η τραγωδία παίχτηκε σε μια κωμωδία με την οποία περιόδευσε το
καλοκαίρι ανά την Ελλάδα. Επρόκειτο για ένα θεατρικό του 19ου αιώνα,
τον Γενικό Γραμματέα του Ηλία Καπετανάκη. Το έργο γράφτηκε το 1893,
δηλαδή σε μια άλλη περίοδο χρεοκοπίας της χώρας, κι ο συγγραφέας είχε
στόχο να στηλιτεύσει το πελατειακό κράτος και τη διαφθορά των
πολιτικών της εποχής του. Μέσα στη φούρια του ο Δούρος, υπολόγισε την
παράσταση ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Και να πιάσει τον σφυγμό της
εποχής, να συγκινήσει τον κόσμο δηλαδή, και να παραμείνει στο
απυρόβλητο ο ίδιος. Πονηρούλης, πίστεψε ότι θα αρέσει στους θεατές
επειδή ο ρόλος του Λάμπρου ήταν πολύ σκαμπρόζικος. Ο αθεράπευτα
φιλόδοξος επαρχιώτης κομματάρχης, που επιθυμεί αξιώματα και μεγάλη ζωή
στην πρωτεύουσα. Χωρίς να το αντιληφθεί, έπαιζε τον εαυτό του και την
πορεία του ο Δούρος.
Η περιοδεία ξεκίνησε από το Σαϊνοπούλειο της Σπάρτης. Ένα εξαιρετικό
αμφιθέατρο μέσα σ’ ένα καταπράσινο περιβάλλον. Είχε γίνει καλή
promotion για την παράσταση, αν και κανείς δεν πρόσεξε ότι αρκετές
αφίσες που κολλήθηκαν σε κολόνες είχαν σκιστεί. Η προσέλευση ήταν
όπως πάντα, στις εμφανίσεις του Δούρου στην επαρχία. Ο Πέτρος
προσδοκούσε άλλη μια αποθεωτική βραδιά. Όταν έκανε την εμφάνισή του
στη σκηνή διαπίστωσε κάποιο μούδιασμα στην υποδοχή. Δεν έπεσαν τα
χειροκροτήματα που έπαιρνε άλλες φορές. Το κακό συνέβη στα μέσα
περίπου της παράστασης. Ο Λάμπρος παρέα με θεσιθήρες τραγουδάει ένα
αποθεωτικό των βουλευτών.
Ζήτω! Παιδιά, ας πούμε,
οι αντιπρόσωποί μας,
σ’ εκείνους χρεωστούμε
όλη την προκοπή μας.
Να ζήσουνε αιώνια
του Έθνους οι πατέρες!
Κόβε μας Θε’ μου χρόνια
και δίνε τους ημέρες!
Ζήτω οι Βουλευταί μας!
Αυτοί σε προστατεύουν,
αυτοί και βασιλεύουν
και κυβερνούν ομού.
Εκεί ακούστηκε μια φωνή τσιριχτή από τα πίσω καθίσματα. «Βρε ουστ από
‘δω που θες και ζήτω». Αυτό ήταν, λες και δόθηκε σύνθημα. Οι θεατές
άρχισαν μαζικά τις αποδοκιμασίες. Προς τον βουλευτή Δούρο βέβαια,
διότι τον ντετέκτιβ Μάρλο τον είχαν καταχειροκροτήσει πολλές φορές στο
παρελθόν. Το κοινό αποδείχθηκε πληθωρικό και ευρηματικό σε ύβρεις.
«Ατάλαντε», «Κλασομπανιέρα», «Κομμώτρια», «Φέρε πίσω τα λεφτά μωρή
κότα» και τι δεν του είπανε. Πρωτοστάτησαν κάτι μεσήλικες και
νοικοκυρές, το λατρεμένο κοινό που τον είχε αγαπήσει ως ντετέκτιβ
Μάρλο. Μία κυρία μάλιστα με ανταύγειες στο μαλλί του πέταξε ένα
ποτηράκι με κόκα-κόλα. Χτυπιόταν και ωρυόταν «πουλημένο κορμί
κοροϊδέψατε τον κόσμο». Με το ζόρι τη σταμάτησαν οι ψυχραιμότεροι να
μην ανέβει στη σκηνή. Η παράσταση προφανώς δεν έγινε. Στα καμαρίνια
πήγε ο δήμαρχος να ζητήσει συγγνώμη για λογαριασμό των φιλειρηνικών
κατοίκων της πόλης. Την άλλη μέρα στις ειδήσεις των 8 ο Δούρος δήλωσε,
ότι σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες των τοπικών παραγόντων, οι
υβριστές του προέρχονταν από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο της αριστεράς.
Κι ότι ο αγώνας για να σωθεί η χώρα, δεν μπορούσε να ματαιωθεί από
τέτοιες αντιδημοκρατικές ενέργειες. «Δεν μπορούμε να επιβιώσουμε έξω
από το ευρώ, η επιστροφή στη δραχμή ισοδυναμεί με διάλυση της χώρας».
Αυτά τα βαρύγδουπα βγήκαν από το στόμα του.
Στις εκλογές που ακολούθησαν μετά από μερικούς μήνες ο Δούρος έβαλε
ξανά υποψηφιότητα. Στην κάλπη δεν βρήκε ούτε την ψήφο του που λένε.
Καταποντίστηκε μαζί με αρκετούς άλλους βουλευτές. Φαίνεται ότι οι
ψηφοφόροι δεν ήθελαν να διασωθούν.
Η επιστροφή του στο επάγγελμα δεν έγινε ποτέ. Τα κανάλια είχαν
περικόψει τις δαπάνες τους και δεν έδιναν ευρώ για καινούργιες
παραγωγές. Οι αρπαχτές με θιάσους άρπα-κόλλα στην επαρχία είχαν
κλείσει τον κύκλο τους. Τα οράματά του για το ποιοτικό θέατρο
ακυρώθηκαν, διότι πλέον έπεφτε χοντρό γιαούρτι. Ο Πέτρος έμεινε
μόνιμος θαμώνας στο πρώτο τραπέζι αριστερά της εισόδου του Φίλιον,
όπως μετονομάστηκε το Dolce, να διηγείται τα κατορθώματα της νιότης
του στην υποκριτική και την πολιτική.
Βασίλη Καρδάση – Success stories – Εκδότης: ΚΨΜ
