Φρέσκα

Κατερίνα Καλογεράκη – ανήσυχη, δημιουργική…

ταλαντούχα …δηλαδή μια ιματζινίστρια!

~~~~~~~~

Η Κατερίνα Καλογεράκη είναι αγαπημένη φίλη για πάνω από 40 χρόνια. Ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, όπου σήμερα θεωρείται μια εξαιρετική, καταξιωμένη φωτογράφος.
Νεαρό ακόμα κορίτσι, αρχές της δεκαετίες του 80  αναζητώντας χώρο να εκφραστεί και να καλύψει τις ανησυχίες και το ταλέντο της, αποφάσισε να ξενιτευτεί με μοναδικό της εφόδιο μια φωτογραφική μηχανή.
Εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο  άγνωστη εν μέσω αγνώστων και μέσα από μια κοπιαστική αγωνιώδη πορεία να είναι σήμερα μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα με πολύ καλό “όνομα” όπου υπηρετεί την τέχνη της φωτογραφίας ξεδιπλώνοντας το πλούσιο ταλέντο της, με συνέπεια, αγάπη και αυταπάρνηση.
Παραθέτουμε μια συνέντευξή της από το http://oramaphotos.gr/el στη  Νατάσα Καρακατσάνη.

H Κατερίνα Καλογεράκη είναι φωτογράφος, με πορεία τριών δεκαετιών πάνω σε projects με θέμα τον άνθρωπο. Με έδρα το Λονδίνο, εργάζεται ως ανεξάρτητη φωτογράφος, αναλαμβάνοντας εργασίες από ένα ευρύ φάσμα πελατών, όπως ιδιωτικές εταιρείες, περιοδικά, τοπικές αρχές και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου και του εξωτερικού. Παράλληλα, δουλεύει προσωπικά της projects, διδάσκει φωτογραφία και επιμελείται εκθέσεις και εκδόσεις. Γεννημένη στην Ελλάδα, σπούδασε φωτογραφία στην Αθήνα και στο Λονδίνο, όπου απέκτησε BA και MA στη Φωτογραφία από το Πανεπιστήμιο του Westminster και PGD στα Πολυμέσα από το Goldsmiths College, University of London. Η δουλειά της έχει εκτεθεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε όλη την Ευρώπη. Φωτογραφίες της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στη Νέα Υόρκη, το Βερολίνο, τη Βέρνη, το Παρίσι, το Λονδίνο, την Αθήνα και τα Χανιά.

Εκείνο που δεν αναγράφεται, φυσικά, σε ένα σύντομο βιογραφικό όπως το παραπάνω, είναι πως, εκτός από καταξιωμένη Ελληνίδα φωτογράφος, η Κατερίνα Καλογεράκη είναι ένας απλός και ζεστός άνθρωπος με κοινωνικές ευαισθησίες, που σε κερδίζει αμέσως. Γνωρίζοντάς την, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι το προσωπικό της έργο αντανακλά τις πεποιθήσεις της και τις αξίες που υπηρετεί. Δεν είναι τυχαίο ότι δουλεύει τόσα χρόνια με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και τάξεων ούτε ότι είναι εμφανής στις φωτογραφίες της η άνεση με την οποία όλοι αυτοί οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στον φακό της. Η παρακάτω συζήτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια πρώτη γνωριμία μαζί της που ίσως βοηθήσει να εμβαθύνουμε στο έργο της.

– Πότε ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τη φωτογραφία και πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το αντικείμενο, όχι μόνο σε προσωπικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο;

Ήμουν ακόμα στο γυμνάσιο όταν έκανα μια σειρά από πορτραίτα σε μία συμμαθήτρια μου με μια Zενίτ που είχε φέρει ο αδελφός μου από την Ουγγαρία. Ο γαμπρός της (Στέφανος Πάσχος), που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι, της είπε: Έχει πολύ καλό μάτι, πες της, αν θέλει, να έρθει να δουλέψει στο στούντιο (μόλις το είχε ανοίξει στο Κολωνάκι).

Πήγαινα για ένα διάστημα μετά το σχολείο και βοηθούσα στο στούντιο και λίγο στον σκοτεινό θάλαμο, αλλά δεν με τραβούσε η φωτογραφία μόδας. Αποφάσισα να σπουδάσω φωτογραφία στη μοναδική σχολή που υπήρχε τότε – λεγόταν Χλιβερός, δεν θυμάμαι ολόκληρο το όνομα – και ήταν κάπου στα Εξάρχεια. Πήγαινα 2 ή 3 φορές τη βδομάδα και μάθαινα σκοτεινό θάλαμο. Ταυτόχρονα, βρήκα τυχαία μια αγγελία στην εφημερίδα για το μεγαλύτερο Πρακτορείο Τύπου τότε: «Αφοί Αναγνωστόπουλοι». Ζητούσαν άτομο για τον σκοτεινό θάλαμο. Με προσέλαβαν τον Σεπτέμβρη του 1980.

Μια μέρα, δεν υπήρχε φωτογράφος στο γραφείο και ήθελαν κάποιον να βγάλει μια πορεία που γινόταν στο κέντρο της Αθήνας. Έστειλαν εμένα με μια Μινόλτα και οι φωτογραφίες που έβγαλα άρεσαν. Σιγά σιγά με έστελναν όλο και πιο συχνά να φωτογραφίζω. Τότε δεν υπήρχαν γυναίκες φωτορεπόρτερ. Άρεσε στον κόσμο να βλέπει μια πολύ νέα κοπέλα να φωτογραφίζει και άρεσαν και οι φωτογραφίες μου. Έπαιρναν τηλέφωνο στο γραφείο και ζητούσαν εμένα. Φωτογράφισα διάφορες προσωπικότητες: από τη Θάτσερ στο Βρετανικό Συμβούλιο, μέχρι τον Καραμανλή στο Προεδρικό μέγαρο, τη Μερκούρη στο Υπουργείο Πολιτισμού και την προεκλογική εκστρατεία του Ανδρέα Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη το 1981 με τον Φίλιππο Γκονζάλες, καθώς και άλλους πολλούς, υπουργούς κλπ.

Έφτιαξα ένα καλό όνομα στο χώρο του φωτορεπορτάζ για τα δύο χρόνια που έμεινα εκεί. Όμως, όσο περισσότερο φωτογράφιζα τόσο πιο ανήσυχη γινόμουν με τη φωτογραφία. Ένοιωθα πως ουσιαστικά είχα ελάχιστες γνώσεις, ήθελα να σπουδάσω φωτογραφία. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν με έστειλαν στη Θύρα 7, τότε που είχαν σκοτωθεί οι φίλαθλοι. Ήθελαν να φωτογραφίσω τους συγγενείς όταν αναγνώριζαν τα πτώματα. Επέστρεψα θυμάμαι στο γραφείο, ένα ράκος, χωρίς να έχω βγάλει καμιά φωτογραφία. Ένοιωσα πως δεν μπορούσα να φωτογραφίσω τον θρήνο των ανθρώπων για να βγάλω χρήματα από τη δυστυχία τους. Αυτό το γεγονός, όπως και κάποια άλλα, με έκαναν τελικά να αποφασίσω να φύγω για να σπουδάσω φωτογραφία στο Λονδίνο, επειδή ακόμα τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σπουδές σε ανώτερο επίπεδο.

– Η μετάβασή σας στο Λονδίνο και οι σπουδές σας επηρέασαν τον τρόπο που αντιμετωπίζατε τη φωτογραφία μέχρι τότε;

Η μετάβαση στο Λονδίνο ήταν μια ιδιαίτερη ιστορία, γιατί τα οικονομικά μου ήταν ανύπαρκτα. Έπρεπε να δουλεύω και να σπουδάζω. Η επιβίωση ήταν δύσκολη και καθόρισε και τις φωτογραφικές μου επιλογές, αφού είχα ελάχιστο χρόνο να φωτογραφίζω. Δούλευα απ’ το πρωί ως το βράδυ, σπουδάζοντας ταυτόχρονα part time. Επίσης, τα αγγλικά μου ήταν χάλια για σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου. Τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου τον πέρναγα διαβάζοντας, προσπαθώντας να εμπεδώσω τα ακαδημαϊκά αγγλικά, να εμβαθύνω στις φωτογραφικές μου σπουδές μέσα από τα βιβλία και τη διδαχή τους στο πανεπιστήμιο. Η σπουδή και η μελέτη ήταν αυτό που πραγματικά μου έλειπε τότε, γιατί στα δύο χρόνια που δούλευα ως φωτορεπόρτερ στην Ελλάδα, κατά κάποιο τρόπο, είχα χορτάσει να βγάζω φωτογραφίες. Κριτική ανάλυση και θεωρία της φωτογραφίας και οτιδήποτε είχε να κάνει με την κριτική καθοδήγηση ήταν εκείνο που επιθυμούσα περισσότερο απ’ όλα.

– Ποιες είναι οι επιρροές που θεωρείτε ότι σας καθόρισαν;

Στο Polytechnic of Central London, που έκανα τις πρώτες μου φωτογραφικές σπουδές, δίδασκε ο Victor Burgin και η Μitra Tabrizian. Τότε, ειδικά στην Αγγλία, ο Burgin ήταν γνωστός ως ένας από τα μεγαλύτερα θεωρητικά ονόματα, ίσως το μεγαλύτερο στη φωτογραφία της δεκαετίας του 1980. Ο Burgin, εννοιολογικός και θεωρητικός καλλιτέχνης, συνδύαζε φωτογραφία και κείμενο και η επιρροή του στους φοιτητές ήταν μεγάλη. Όμως και η υπόλοιπη γραμμή της σχολής ήταν η προσέγγιση της φωτογραφίας από μια θεωρητική και κριτική γραμμή. Αυτή η γραμμή συμπεριελάμβανε τη φωτογραφία ντοκουμέντο/φωτογραφία δοκίμιο και μια σειρά από φωτογραφικές πρακτικές, όπως αυτή της σημειολογικής ανάλυσης της φωτογραφίας, που καθόρισε όλους εμάς που σπουδάσαμε εκείνα τα χρόνια. Η φωτογραφία που περνούσε μηνύματα μέσα από κείμενα/λέξεις ήταν το must όλων των εργασιών μας. Άλλες επιρροές ήταν φωτογράφοι, ονόματα κλασικά, όπως η Dorothea Lange, ο Αugust Sander, ο Walker Evans, ο Robert Frank, ο Lee Friedlander, ο Garry Winogrand, η Dianne Arbus, ο Joseph Koudelka, η Cindy Sherman.

– «Η Γη του πατέρα μου» σας έκανε γνωστή ως φωτογράφο εντός και εκτός συνόρων. Όταν ξεκινήσατε αυτό το project, με δεδομένο ότι δεν μεγαλώσατε στην Κρήτη, νιώθατε πως το κομμάτι της που αποκαλύπτεται στις φωτογραφίες σας αποτελεί κάτι δικό σας για το οποίο θέλατε να μιλήσετε ή κάτι που θέλατε να ανακαλύψετε μελετώντας το και φωτογραφίζοντας το;

Όταν ξεκίνησα τη «Γη του Πατέρα μου», τον Δεκέμβρη του 1988, ήδη έλειπα από την Ελλάδα 6 χρόνια. Τότε, σε σχέση με την ηλικία μου, ένοιωθα πως ήταν μεγάλο το διάστημα της απουσίας μου. Η «Γη του Πατέρα μου» ήταν προσωπική αναζήτηση και επιστροφή στις ρίζες μου, η προσπάθεια μου να καταλάβω τον τόπο καταγωγής μου, το μεγάλωμα μου, τις αξίες με τις οποίες ανατράφηκα. Να καταλάβω τον τόπο που τόσο αγαπούσα, αλλά και που συνάμα ένοιωθα πως ως γυναίκα με καταπίεζε, με έπνιγε. Να μπω βαθύτερα στο τι γινόταν με όλο εκείνο το τόσο κλειστό περιβάλλον, που εγώ το ζούσα κάθε φορά που επισκεπτόμουν με τους γονείς μου τη μικρή κλειστή κοινωνία της Κρητικής ενδοχώρας. Ήταν η δική μου κριτική ματιά της ταυτότητάς μου μέσα από κείμενο και φωτογραφίες και πολύ χρόνο, μήνες μέσα στα χρόνια που πέρασα με τις θείες, τους θείους και τους άλλους χωριανούς. Επιλέγοντας συνειδητά την παραδοσιακή απεικόνιση που ταίριαζε με το γύρω μου περιβάλλον, παρουσίασα τους ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή. Μέσα από τα κείμενα που συχνά χρησιμοποιούσα, πρόσθεσα τη φωνή τους στη δική μου θέτοντας ερωτηματικά για τις προσδοκίες και τους πολιτισμικούς κανόνες της συγκεκριμένης εποχής.

– Στις δουλειές σας είναι φανερή η αυτοαναφορικότητα. Ξεκινώντας από το ««Η Γη του πατέρα μου» μέχρι το πρόσφατο «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς», πραγματεύεστε θέματα που έχουν να κάνουν με έννοιες όπως η πατρίδα, η μετανάστευση, η αναζήτηση της ταυτότητας, θέματα που προφανώς απασχολούν κάθε άνθρωπο που ζει και εργάζεται μακριά από τον γενέθλιο τόπο. Πόσο λυτρωτικό είναι για εσάς να μιλάτε για όλα αυτά μέσα από τη δουλειά σας;

Δεν είμαι καλή στον προφορικό λόγο όταν έχω να εκφράσω βαθύτερα συναισθήματα. Νοιώθω ανασφάλεια να εκφραστώ προφορικά, σαν να μην βρίσκω τις λέξεις. Οι φωτογραφίες μου ήταν και παραμένουν για μένα ο τρόπος έκφρασης μου. Η φωνή στα συναισθήματα μου, στις δυσκολίες της ζωής μου, σε αυτά που όλοι μας, ειδικά εμείς που ζούμε μακριά από την γενέθλια γη, λίγο πολύ βιώνουμε. Πολύ συχνά εμείς που ζούμε μακριά, φαντάζουμε στα μάτια όσων έμειναν πίσω ως ‘τυχεροί. Μέσα από την δουλειά μου, προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση σε αυτήν την έννοια της ‘τύχης’ που συχνά ακολουθεί όλους εμάς που φύγαμε. Έννοιες όπως η πατρίδα, η ‘φυγή’, η μετανάστευση, η ταυτότητα, αποκτούν μια άλλη διάσταση όταν είσαι μακριά και οι φωτογραφίες μου ελπίζω πως ως ένα σημείο βοηθάνε στο να φανεί αυτή η άλλη πλευρά. Η λύτρωση για μένα έρχεται δίνοντας φωνή σε αυτά που συχνά δεν μπορώ να εξωτερικεύσω, αυτά που συχνά μοιάζουν άπιαστες και στενάχωρες έννοιες. Είναι μια λύτρωση που δεν την καταφέρνω πάντα…

– Τα project σας είναι κατά κανόνα ανθρωποκεντρικά και μακροχρόνια. Εκτός από τη φωτογράφηση, η έρευνα και η επαφή με τους φωτογραφιζόμενους φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική για εσάς. Ποιοι είναι οι λόγοι που σας έκαναν να επιλέξετε αυτόν τον τρόπο εργασίας;

Είναι βασικό για μένα να γνωρίζω τους ανθρώπους που φωτογραφίζω, δεν μου φτάνουν μόνο οι φωτογραφίες. Νοιώθω μια αμηχανία με τη δύναμη που έχω πίσω από μια μηχανή. Η φωτογραφική μηχανή, το ‘όπλο’ που κρατώ στα χέρια μου, με κάνει να αισθάνομαι πολύ άβολα. Με το να τους γνωρίζω και να συμπεριλαμβάνω τα λόγια τους στις φωτογραφίες μου και με το να τους δίνω επιλογές νοιώθω πως τουλάχιστον έχουν λόγο στην απεικόνιση τους. Πιστεύω πως οι φωτογραφιζόμενοι αποκτούν μέσα από τις φωτογραφίες και τα κείμενα που τις συνοδεύουν τη δική τους φωνή.