Μια τέ­τοια νύ­χτα, πριν από χρό­νια,
κά­ποιος περ­πά­τη­σε μό­νος, δεν ξέ­ρω πό­σα
λα­σπω­μέ­να χι­λιό­με­τρα.
Νύ­χτα και συν­νε­φιά χω­ρίς άστρα.
Ξη­με­ρώ­μα­τα μπή­κε στα Γιάν­νε­να.

Στο πρώ­το χά­νι, έφα­γε και κοι­μή­θη­κε
τρία με­ρό­νυ­χτα. Ξύ­πνη­σε απ’ το χιό­νι
που έπε­φτε μα­λα­κά, στά­θη­κε στο πα­ρά­θυ­ρο
κι άκου­γε τα κλα­ρί­να.
Πό­τε θα­μπά και πό­τε δί­πλα του,
όπως τα ‘φερ­νε ο άνε­μος.
Κι άκου­σε με­τά τη φω­νή
πε­ντα­κά­θα­ρη, από κά­που κο­ντά,
σαν αλύ­χτη­μα και σαν να την έσφα­ζαν
τη γυ­ναί­κα κι ού­τε καυ­γάς ού­τε
τί­πο­τε άλ­λο, χιό­νι­ζε όλη νύ­χτα στα Γιάν­νε­να.
Ξη­με­ρώ­μα­τα πλή­ρω­σε τι χρω­στού­σε
και γύ­ρι­σε στο χω­ριό του.

Στα πε­νή­ντα του θα ‘τα­νε
με γκρί­ζα μαλ­λιά και τρεις θυ­γα­τέ­ρες
ανύ­πα­ντρες, χή­ρος τέσ­σε­ρα χρό­νια,
με τη μαύ­ρη κά­πα στις πλά­τες,
και τι χιό­νι σή­κω­σαν τού­τες οι πλά­τες
κα­νέ­νας δεν το ‘μα­θε.

Από το βίντεο της αφήγησης