Φρέσκα

Η ΚΡΑΥΓΗ

 του

 

Ήταν μέση Ιουλίου.  Από το μικρό διπλανό διαμέρισμα ακούστηκε πάλι η λογοτριβή ενός ζευγαριού ηλικιωμένων, καθώς την συζήτηση τους επισκίαζε το πεισμωμένο φύσημα ενός ανεμιστήρα. Η μεγάλη ζέστη είχε φτάσει και τους τρις ενοίκους εκείνου του διαμερίσματος στα όρια της αντοχής. Αναμενόμενο ήταν να παραβούν τους ευγενούς τρόπους και να ξεσπούν αδιάκριτος. Τελικά η ζέστη είναι κακό πνεύμα. Εκτός από τα ρούχα σου, σε βγάζει και από τα λογικά σου. Από δαύτην μπορεί και να παραληρείς.

      Λέγαμε λοιπόν, η ζέστη εξουθένωσε κυρίως τον ανεμιστήρα, ο οποίος χωρίς να διακόψει την δουλειά του, τσίριζε θαρραλέα την υπερβολική εκμετάλλευση. Όχι, δεν τον ένοιαζε η λύπηση κανενός, μα η αχαριστία τους.

      Οι ζεστές μέρες ήταν ατελείωτες και ο ανεμιστήρας μονάχος δυσκολεύετε να ανακουφίσει δυο ηλικιωμένους. Κι όμως, εκείνο το μαραφέτι δεν τα παράτησε λεπτό. Απέδειξε πως είναι λεβέντης και θα τα δώσει όλα για όλα, διότι στην γωνιά του δωματίου η μεγάλη γυναίκα είναι μόνιμα στο κρεβάτι. Πάσχει από οσφυαλγία και δεν μπορεί να κινηθεί. Έτσι λοιπόν, όλο και κάτι ζητάει από τον σύζυγο της.

    -Σε παρακαλώ άνθρωπέ μου, βοήθα με λιγάκι. Μου κόβετε η ανάσα από την ζέστη. Φέρε τον ανεμιστήρα κοντά στο κρεβάτι μου.

    -Αμέσως κυρά, στον φέρνω δίπλα σου.

    -Βάλε μεγάλη ταχύτητα. Πάω να σκάσω. Δεν είμαι καλά.

     -Μην ανησυχείς αρχόντισσα του σπιτιού μου, τον έστρεψα στο τέρμα.

     -Δεν μπορεί. Αισθάνομαι την ζέστη να με πνίγει. Φαίνεται ο ανεμιστήρας δεν δουλεύει καλά. Βρήκε μέρα να τα παρατήσει, ο άχρηστος.

      Ο ανεμιστήρας θίχτηκε πολύ. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να απαντήσει, να προστατέψει το κύρος του και με την βοήθεια της έλικας είπε βουητά πως ακόμη αντέχει και θα δουλέψει όπως πριν.

    -Ναι, αγάπη μου, σωστά τα λέει. Ο ανεμιστήρας φέρνει ικανοποιητικές στροφές, αν και λίγο θορυβώδες. -πρόσθεσε κάπως μπερδεμένος ο σύζυγός της, να λυθεί εκεί η παρεξήγηση μεταξύ τους. Η γυναίκα δεν πείστηκε. Του ζήτησε επειγόντος να τον πετάξει στα σκουπίδια και να αγοράσει καινούργιο ανεμιστήρα.

     «Βγάζει γλώσσα και δεν το ανέχομαι.» ξεκαθάρισε στον εντολοδόχο της.

      Ο ανεμιστήρας βουίζοντας μες στα ζόρια, της εξήγησε πάλι ότι δεν είναι φαφλατάς και πως τους υπηρετεί με προσήλωση όπως και την πρώτη μέρα που μπήκε στο σπίτι τους.

     -Πέταξε το Θρασύδειλο. Να μου λείπουν οι περιαυτολογίες. Να δροσιστώ θέλω, όχι λόγια του λιγοστού αέρα…

    -Καλά ντε, μη φωνάζεις. Σε κατάλαβα και θα τον πετάξω. -προθυμοποιήθηκε ο σύζυγός της. Τότε ο ανεμιστήρας τσίριζε με όλη την δύναμη των ελίκων του. Ίσως μάτωσαν τα γρανάζια της καρδίας του, διότι αυτό που άκουσε δεν το περίμενε. Δεν είχε λουφάρει και δεν επηρεάστηκε ούτε από τους θαμώνες καφενείων που έδειχνε κάθε τρις και λίγο η τηλεόραση στην γωνιά του δωματίου.  

    -Πέτα το και ας λέει πως δεν πάλιωσε! Έκλεισε την κουβέντα η μεγάλη γυναίκα ενώ ο ανεμιστήρας έγινε τούρμπο. Ο έλικας του στράφηκε με μανία διότι πληγώθηκε βαθιά ο εγωισμός του. Τον είπαν άχρηστο, τεμπέλη, επηρεασμένο, μέχρι και παλιωμένο. Πολλά του φόρτωσαν και ο ανεμιστήρας δεν τα άντεξε. Φύσηξε άλλη μια φορά στον ιδιοκτήτη του, όταν εκείνος τον ξήλωσε από την θέση σαν να ήταν η μεγάλη λαμπάδα που φέρνει ο νονός στο βαφτιστήρι του. Αν και η εκκλησία έχει δικά της τεράστια κεριά, που λιτανεύουν οι παπάδες τα Χριστούγεννα και Πάσχα, κι όμως η λαμπάδα του νονού έχει εξέχουσα θέση.

   -Άκουσε με, φίλε. -του ψιθύρισε ο γέροντας. -Είμαι με το μέρος σου, Εκτιμώ αυτό που κάνεις, αλλά θα ακούσω την κυρά μου. Θα σε αφήσω δίπλα στα απορρίμματα. Τέλος πάντων, πρέπει να καταλάβεις και την θέση μου.-εξήγησε στον ανεμιστήρα φορτισμένος συναισθηματικά ο ηλικιωμένος άντρας.

-Όχι, μη το κάνεις αυτό. Με εκθέτεις και είναι άδικο. -Φώναξε απογοητευμένος ο ανεμιστήρας.

      Ο ηλικιωμένος άντρας να απαλλαχτεί από την γρίνια τους, περπάτησε βιαστικά καθώς δημιουργήθηκε αέρας που κίνησε ξανά την προπέλα του ανεμιστήρα. Ο εκτελεστής αισθάνθηκε ακόμη μια φορά το δροσερό αέρα να τον χαϊδέψει απαλά στο πρόσωπο και το απόλαυσε. Ύστερα σκέφτηκε, μπας και ο ανεμιστήρας κάνει τα πάντα να τον λυπηθώ; «Με νιώθεις, λοιπόν. Σας δροσίζω και αποσυνδεδεμένος.» σαν να του ψιθύριζε ο ανεμιστήρας στο αφτί.  

     Ο ηλικιωμένος άντρας συγκινήθηκε μα δεν άλλαξε γνώμη. Μάλιστα, και όταν τον παράτησε στο δρόμο, τα πτερύγια του ανεμιστήρα εξακολουθούσαν να περιστρέφονται απαλά, σαν ένα εγκάρδιο αποχαιρετισμό. Όντος, τα ζεστά ρεύματα ανάμεσα πολυκατοικιών που συνέχεια ενοχλούσαν τα φύλλα των ακακιών, πίεζαν με τρόπο τον ανεμιστήρα, να μαρτυρήσει δημόσια κάθε άλλη φορά που η ψυχή του είχε μαυρίζει. Και ο ανεμιστήρας τα μολόγησε όλα. Η προπέλα του αν και σιγανά, έκανε όλους να καταλάβουν πως τον πετάξαν χωρίς να διακόψει την εργασία του. «Να, το βλέπετε με τα μάτια σας…» μουρμούρισε μες στην οδύνη της εγκατάλειψης.

     Ο γέροντας εννόησε το πόνο του και χαμήλωσε το βλέμμα. Δεν ήταν σίγουρος αν έπραξε σωστά.  

      «Έχει δίκιο ο ανεμιστήρας.» σκέφτηκε ανήμπορος να βοηθήσει, ενώ το ζεστό ρεύμα κινούσε τα πτερύγια του ανεμιστήρα. θεώρησε πως τώρα είναι η ώρα να υποστηρίξει το παρατημένο ανεμιστήρα. Διότι πρέπει να ξέρετε πως μεταξύ τους υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα  που τους συνδέουν. Είναι αυτή η τρέλα που έχουν και οι δυο να φυσούν τους άλλους. Μάλιστα ο θερμός αέρας εμψύχωσε τον ανεμιστήρα, να διαλαλεί πως το σοι του, δεν δουλεύει για οίκτο, αλλά κόντρα στη υπερθέρμανση του κλίματος, που κατάφερε η γερόντισσα ο γέροντας και η όμορφη παρέα τους.  

      «Κατέληξα στα απορρίμματα ενώ υπηρέτησα έντιμα. Με ξεφόρτωσαν χωρίς κανένα συμβιβασμό» φώναζε ο ανεμιστήρας καθώς πείσμωσε να φτάσει την διαμαρτυρία του ως το τέλος. Ο αέρας που γυρνούσε τα πτερύγια του ήταν ακόμη θερμός. Ίσως την νύχτα να δρόσιζε ο καιρός και ο ανεμιστήρας άλλαζε τροπάριο.  

       Μετά από λίγο, από κει πέρασαν οι αθίγγανοι που μάζευαν παλιοσίδερα. Βρήκαν τον ανεμιστήρα σε όρθια στάση, σαν τον φαντάρο να προσεύχεται πριν τη  μάχη, και εντελώς ανεξήγητα τον έβαλαν στην καρότσα του φορτηγού πάλι σε όρθια στάση. Λες και ο ανεμιστήρας τους ζήτησε να κοιτάζει μπροστά. Να αποχωριστεί με ψηλά το κεφάλι την γειτονιά που έδωσε τα καλύτερα του χρόνια. Οι αθίγγανοι χωρίς να χάσουν χρόνο, επιτάχυναν και το φορτηγάκι τους χύθηκε στα στενά της πόλης. Ξαφνικά ο ανεμιστήρας πετάχτηκε από τον ύπνο του, ζωήρεψε σαν να τον διαπέρασε ηλεκτροσόκ. Η έλικά του άρχισε να φέρει τρελές περιστροφές. Πολύ πιο γρήγορες από εκείνες που είχε δώσει ως τώρα. Έτσι οπός τον έβλεπες, για μια στιγμή θα πίστευες πως ο ανεμιστήρας ξετρελάθηκε. Αποσκοπούσε μόνο την αυτοκαταστροφή του. Εκτός αν νόμιζε πως το γυρίζουν πίσω στο σπίτι των γερόντων, να τους χαρίσει για άλλη μια φορά, την δροσιά του. Και θα ήταν αυτό κάτι το υπέροχο. Ένα βήμα πριν την παραφροσύνη. Μα δεν ήταν αυτό.   

     «Με πετάξαν και τώρα σφυρίζω στον άνεμο» τσίριζε ο καημένος και όσο πιο γρήγορα πήγαινε το φορτηγάκι, άλλο τόσο βροντούσε στα στενά της πόλης η προπέλα του. Τελικά ο ανεμιστήρας τα έδωσε όλα για όλα. Ξεθεώθηκε μα έβγαλε το άχτι του.

     Τώρα που ο ανεμιστήρας χάθηκε από την γειτονιά μας και δεν μας ακούει πια, σας ρωτώ εμπιστευτικά, εκείνες οι έξαλλες περιστροφές της έλικας του, αν δεν ήταν κραυγή απελπισίας, τότε τι άλλο να ήταν;  

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.