Ξεχασμένοι Παλαιστές
Δεν ξέρουμε τίποτα (ή σχεδόν τίποτα) για αρκετούς παλαιστές που (όπως και των περισσοτέρων αρχαίων συγγραφέων) τα ονόματά τους απόμειναν σκιές. Ο Κουμαράς ο Σπαρτιάτης είχε μια μισότρελη αδερφή που την έπαιρνε μαζί του στα πανηγύρια για ζητεία. Ο Θησέας από την Πεντέλη δεν έπραξε ποτέ κανένα κατόρθωμα ηρωϊκό. Λίγα πράγματα ξέρουμε για τον Μέγα Μασκοφόρο, που ήταν αποτυχημένος ηθοποιός της επιθεώρησης (και που ’βγαινε τυλιγμένος σε μια ελληνική σημαία). Τέλος ο Σπάρτακος (το ’35 έχασε το πρωτάθλημα από τον Μιχαλάρα τον Αθηναίο) δούλευε γκαρσόνι σε ένα κοσμικό κέντρο στον Βύρωνα. Τούτα τα νευρικά (και κυρίως άνεργα) παλικάρια είχαν το μεροκάματο για ντροπή. Ήταν αδέξιοι για καραγκιοζοπαίκτες μα και αρκετά υπερήφανοι για κλεφτοκοτάδες. Σπάζανε αλυσίδες, λυγίζανε λοστάρια, κι απ’ τα χοντρά τους ρουθούνια ξεφύσαγαν φωτιές. Η αδηφάγος παλαίστρα δεν μπόρεσε να τους θρέψει. Ο μέτριος παλαιστής ήταν σαν μια παλιά σπασμένη τσατσάρα που κατέληγε στην αυλή εκεί όπου σκαλίζανε οι κότες. Την παλαίστρα τη ρήμαξε η δεκαπενταετής αθλιότητα που ξεκίνησε την 4η Αυγούστου και τελείωσε το ’50, με την επάνοδο εις την τάξη και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Τότε η παλαίστρα αρχίζει να χάνει τον γραφικό της χαρακτήρα…
Η μοίρα των λαϊκών θεαμάτων γράφεται από τον λαό. Ο λαός δυστυχώς βαριέται εύκολα. Ο Καραγκιόζης έσβησε από τον κινηματογράφο, αλλά τον καιρό της παντοδυναμίας του δεν άφησε σε χλωρό κλαρί τα (ξενόφερτα) κουκλοθέατρα. Ουδείς ασχολήθηκε με τον σπιθαμιαίο Φασουλή – ή με τους γύφτους αρκουδιάρηδες. Οι κινηματογράφοι αρχίσανε να κλείνουν μετά την έλευση της τηλεόρασης. Το φθηνότερο λαϊκό θέαμα σήμερα είναι η τηλεόραση. Στην εποχή του κινηματογράφου δεν ήταν λίγοι οι ανίδεοι (έμποροι ή κρεοπώλες) που στήνανε κινηματογράφους για εύκολο κέρδος. Ο Ρωμηός του Σουρή αναδίδει τη φλυαρία και το χιούμορ της εποχής του Τρικούπη και του Παλαμά. Έπιασα να γράψω δυο πράγματα για τους παλαιστές, γιατί η ζωή τους είναι ένα έτοιμο ρομάντσο – μια λαϊκή φυλλάδα. […]
[…] Οι παλαιστές που τάχα έρχονταν από την Ανατολή (λόγου χάρη ο Τρομάρας από την Περσία) ήταν Έλληνες μασκαρεμένοι με σαρίκια και φέσια. Αντίβαρο στη μόδα των εξωτικών παλαιστών αποτέλεσαν οι διάφοροι τουρκοφάγοι, όπως ο Διάκος από τη Φαρκαδώνα ή ο ξακουστός Αντώναρος ο Γίγας από τα Σπάτα. Οι εξωτικοί παλαιστές (που ’χαν γίνει της μόδας γύρω στο ’30) προκαλούσαν τους θεατές με λογής λογής φανφάρες και ελαφριές βρισιές – ίσα ίσα ώστε να αρχίσει η πλάκα. Χρησιμοποιώντας κουτσουρεμένα (αλά Βεληγκέκα) ελληνικά βρίζανε τον τουρκοφάγο παλαιστή (π.χ. θα το φάω το Έλληνα, θα το πατήσω χάμω). Τις ανοησίες αυτές οι εξωτικοί μασίστες τις ξεφούρνιζαν για να ερεθίσουν τον πατριωτισμό των θεατών. Έτσι, όταν άρχιζε ο αγώνας, ο Έλλην έτρωγε αμέσως κάμποσες γερές. Κατόπιν έπεφτε χάμω. Τα πιτσιρίκια αγανακτούσαν και φώναζαν στον Έλληνα παλαιστή (σή!-κω!-πά!-νω!) ή απειλούσαν τον Τούρκο (πανάθεμα τη γενιά σου τουρκαλά!). Ο λαβωμένος Έλλην έκλεινε το μάτι στους πιτσιρικάδες και σηκωνόταν. Πρέπει εδώ να προσθέσω ότι με τον τρόπο τον πιτσιρικάδων αντιδρούσαν και οι ενήλικες. Ο καραγκιοζοπαίκτης Σωτήρης Σπαθάρης στα απομνημονεύματά του μιλά για έναν αγροφύλακα που ή στ’ αστεία ή στ’ αλήθεια σκοπεύει με την κουμπούρα του το πανί και λέει: «να ρε παλιότουρκα». Ο γαμπρός μου, που υπηρετούσε στο Ναυτικό αλλά ερχότανε συχνά να με βλέπει, του πιάνει το χέρι και του λέει: «μη, θα σκοτώσεις τον αδερφό μου». Αμέσως έγινε ένας μεγάλος καβγάς, οι μισοί θεατές να υπερασπίζουνται τον ναύτη και οι άλλοι μισοί τον πατριώτη τους τον αγροφύλακα. Σπάσανε πολλές καρέκλες και τραπέζια κι ο Καραγκιόζης έγινε κομμάτια. Πολλοί θεατές φύγανε με ανοιγμένα κεφάλια.
Ο κόσμος τα πίστευε αυτά τότε. Όπως επίσης έπαιρνε τα καραγκιοζάκια στο πανί για αληθινά. Κι επειδή η Ελλάς δεν πεθαίνει ποτέ, ο Τούρκος έτρωγε από τον αναστημένο Έλληνα μερικές φάπες και έπεφτε πανηγυρικώς υπό των γελώτων του κοινού. Τα πιτσιρίκια κάγχαζαν τότε (φά!-τες! παλιό! του-ρκά!) κι ο παλιότουρκας έσπευδε για την είσπραξη του μερομισθίου (και φυσικά για το καθιερωμένο ποτηράκι ρετσίνα με τους χασομέρηδες φίλους του). Θα το πω πολλές φορές: δυστυχώς (τη εξαιρέσει των –μάλλον– χαμένων απομνημονευμάτων του Παναγή Κουταλιανού) δεν διαθέτουμε αυτοβιογραφία παλαιστή της εν λόγω γενιάς. Ο Αποστολάρας ήταν ο μοναδικός εγγράμματος παλαιστής αλλά δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να καταγράψει τις περιπέτειές του παρά σε μια χούφτα από πολύτιμες επιστολές…
Απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Καρακίτσου ΠΑΛΑΙΣΤΕΣ
εκδόσεις Ποταμός, 2016

Πηγή http://apoikia.gr/karakitsos-dimitris-palaistes-deigma/