Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα (13)
της Βιτάλια Ζίμμερ
Η λιονταρίνα Ασλάνα επιστρέφει
Η Βάσω είναι πιο συγκρατημένος άνθρωπος. Όμως οι πρώτες αντιδράσεις ήταν παρόμοιες! Ήξερε φυσικά ότι η Αντρέα θα πάει εκεί. Είναι άλλο να το ξέρεις και άλλο να συμβαίνει! Μια τεράστια αγκαλιά θα αρπάξει την Αντρέα. Μετά ήρθε η σειρά μου! “Κορίτσαρέ μου! Ασλάνα μας γλυκιά! Αχ κοριτσάκι μου… Χριστέ μου!!! Θα πάθω τίποτα… Πόσο σας αγαπώ Θεέ μου. Να πάρει Θεός χρόνια από μένα να τα δώσει διπλά και τρίδιπλα σε σας”… Θα χαιρετήσει μετά από αρκετά λεπτά τη Σάρα και τον Κωνσταντίνο. “Ένα καφεδάκι σας παρακαλώ… Ασλάνα θα με βοηθήσεις;” … Η πόρνη είναι πόρνη, δηλαδή έξυπνη και για αυτό την αγαπώ. Θέλει να με ρωτήσει για τον Κωνσταντίνο. “Πες μου ότι είναι αυτό που νομίζω” … “Ναι είναι Βάσω μου” … “Την ευχή μου να ‘χετε. Όσο είσαι εσύ καλά άλλο τόσο κι άλλες δέκα θα είμαι εγώ! Την ευχή μου!” Μετά με φίλησε στο κεφάλι. Την αγκάλιασα. Σερβίραμε τους καφέδες. Μετά από μισή ώρα φύγαμε. Αφήσαμε τη μαμά και τη Σάρα να τακτοποιηθούν. Επιστρέφουμε στο Ηλέκτρα Παλλάς.
Αποφάσισα να μην μιλήσω καθόλου για το βράδυ. Δεν μπορώ να πιέσω όσο και να θέλω να έρθει. Οι άνθρωποι δεν είναι στολίδια να τους δείχνουμε. Θα ξαπλώσουμε λίγο. Κοιμήθηκε… Έκατσα δίπλα του ξύπνια. Αν αρχίσω να ετοιμάζομαι θα το εκλάβει ως πίεση. Είναι έξυπνος. Ξυπνάει… “Τι ώρα πρέπει να είμαστε στη Βάσω;” … “Στις 8 το βράδυ” Δεν χρειάζεται άλλη συζήτηση. Η φράση του είναι ακριβής. Θα έρθει. Τον φίλησα στο κεφάλι.
Φτάσαμε στο σπίτι μου. Ανεβαίνουμε στη Βάσω. Είναι όλα έτοιμα. Η κυρία Γεωργία είναι ήδη εκεί. Είναι όλα όπως παλιά. Σχεδόν όπως παλιά. Είμαστε όλοι μεγαλύτεροι. Η Αντρέα, η Βάσω και η κυρία Γεωργία απλά είναι λίγο μεγαλύτερες. Εγώ είμαι αλλαγμένη. Είμαι γυναίκα πια. Λείπει ο μπαμπάς αλλά είναι ο Κωνσταντίνος. Ο μοναδικός άντρας στο σπίτι αυτή τη στιγμή. Το νέο πρόσωπο είναι η Σάρα. Η θλιμμένη Σάρα. Θα πάω στο μικρό μπαλκόνι μαζί της. Πρέπει να μιλήσουμε. Είναι θυμωμένη. Ήταν αδύνατον να επικοινωνήσω. Έχουμε μία διαφορά ηλικίας που τώρα δεν είναι σημαντική, αλλά τότε ήταν. Θα τη φιλήσω στο κεφάλι. Με αγκάλιασε κι αυτή επιτέλους. “Βαριέμαι… Βιτάλια…” … “Το βράδυ θα πάμε στην παραλία. Ότι ώρα τελειώσουμε από εδώ…” Χαμογέλασε. Κορίτσι είναι στην εφηβεία. Θέλει να βγει έξω. Ελπίζω ο Κωνσταντίνος να μην πει κάτι. Νομίζω όμως ότι έχει ενσυναίσθηση περίσσια.”
Επιστρέφουμε. Η Βάσω θα σερβίρει ένα ποτό. Λιμοντσέλο από τα χεράκια της. Είναι όλα έτοιμα! Είναι η ώρα να δώσουμε τα δώρα μας. Κρατάω το χέρι του Κωνσταντίνου. Η Σάρα κάθεται δίπλα στην Αντρέα. Ξεκινάει η Αντρέα. Ένα σετ κηροπήγια. Το είναι απεικονίζει τον ήλιο και το άλλο το φεγγάρι. Για την κυρία Γεωργία. Ένα πολύ όμορφο δώρο που θα μείνει για πάντα στο σπίτι της. Η κυρία Γεωργία δακρύζει όμως κάτι έχει σκαρώσει και αυτή. Η Αντρέα φέρνει και το δώρο της Βάσως. Μία εικόνα του Αγίου Χριστοφόρου σε ξύλο με τεχνητή παλαίωση. Την είχε παραγγείλει ειδικά για τη Βάσω. Η Βάσω θα πάρει την εικόνα αγκαλιά δακρυσμένη. Έρχεται η σειρά μου. Δίνω το κουτί με το βραχιόλι από πλατίνα στη Βάσω. Με ευχαρίστησε ουρλιάζοντας για το κόστος. Ήρθε με φίλησε ξανά και της το φόρεσα στο χέρι. Είναι τόσο όμορφο πάνω της. Είναι λες και δεν θα ταίριαζε σε άλλη. Συνεχίζω με το ωραίο κολιέ για την κυρία Γεωργία. Θα της το φορέσω. Τα μάτια της… Αχ αυτά τα μάτια της. Έχει περάσει τόσα, μια ζωή χήρα και τα μάτια της έχουν τέτοια καλοσύνη που δεν ξαναείδα ποτέ. Η κυρία Γεωργία δεν χρειάζεται να μιλάει. Μόνο το βλέμμα της αρκεί. Τα καταλαβαίνω όλα.
Οι ρόλοι αλλάζουν. Τα καλύτερα έρχονται και θα καταλάβω ότι τα ακριβά δώρα που προσέφερα δεν έχουν καμία αξία τελικά. Θα πάρω κι εγώ το μάθημά μου απόψε. Αναλαμβάνει η Βάσω. “Βιτάλια, θυμάσαι τη λιονταρίνα την Ασλάνα;” … Η Σάρα θα εμπλακεί. “Την έχω εγώ. Ήταν το πρώτο δώρο μου όταν γεννήθηκα από τα χέρια της Αντρέα.” … “Το έχω μάθει κορίτσι μου καλό. Η Αντρέα κι εγώ δεν είμαστε ξένες. Η Βιτάλια είναι το διαμάντι μας. Βιτάλια, υπάρχει και μια δεύτερη που την κράτησα κρυφά να σε θυμάμαι… Ορίστε!” Νομίζω ότι εγώ θα χρειαστώ γιατρό απόψε. Μία ιστορία ετών κλείνει τον κύκλο της. Όλα δένουν αρμονικά. Έτσι πρέπει να είμαστε. Παρέλαβα το δώρο της μαζί με το φιλί της και την αγκαλιά της. Θα βάλω τα κλάματα. Η Σάρα συγκινείται. Αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η ζωή έχει κάποιες καλές στιγμές που χαράζονται στο κεφάλι μας για πάντα.
Πριν προλάβω να συνέλθω, έρχεται η κυρία Γεωργία με την Αντρέα. Κρατάνε ένα μπαούλο. Είναι βαρύ. Το ξέρω αυτό το μπαούλο. Είναι ένα από τα περίφημα μπαούλα των Κοέν, εμπόρων-τεχνητών της Θεσσαλονίκης, μακρινών συγγενών. Το μπαούλο είναι σαν αυτά που είχαμε όταν φύγαμε. Χάθηκα πάλι. Γύρισα πίσω στο χρόνο…
Συνεχίζεται…
