Η «συκωταριά»
γράφει ο Ντίνος Δαφαλιάς.
Ο Θοδωρής, Θεσσαλονικιός με Ποντιακή καταγωγή, ήταν και είναι πάντα αυθεντικός τύπος. Ως συνάδελφος ήταν υπόδειγμα εργατικότητας και δεν δυσανασχετούσε ποτέ. Θυμάμαι στην XIOSBANK, όπου δούλευε μέχρι αργά το βράδυ και δεν του έδιναν υπερωρίες, μέχρι που έπεσε στην αντίληψή μας και το θέμα τακτοποιήθηκε.
Στα δύσκολα τον φέρναμε πάντα στην Αθήνα. Αφενός έπρεπε να εκπαιδευτεί στα νέα συστήματα και αφετέρου χρειαζόμασταν χέρια, γιατί ο όγκος της δουλειάς ήταν τεράστιος. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να μετακομίσουμε το Μηχανογραφικό Κέντρο της Τράπεζας Πειραιώς, από το Μαρούσι στην Καλλιθέα, δίπλα στο Ωνάσειο. Του έκλεισα δωμάτιο στο Metropolitan (πρώην ξενοδοχείο Χανδρής). Όλα καλά, μέχρι που τον περιέλαβε ο κουμπάρος μου.
«Το βράδυ να προσέχεις όταν θα πας στο ξενοδοχείο. Η υπόγεια διάβαση είναι γεμάτη περίεργους τύπους.» Ο κουμπάρος μου με ενημέρωσε ότι ο άβγαλτος Θοδωρής ανησύχησε. «Άστο πάνω μου» του είπα. Ο Θοδωρής περίμενε δυο-τρεις ώρες, ώσπου ήρθε δήθεν να με ρωτήσει. «Από που θα πάω στο ξενοδοχείο το βράδυ;». Προσπάθησα να απαντήσω όσο πιο φυσικά γίνεται. «Υπάρχει μία διάβαση εδώ δίπλα μας. Σε 3 λεπτά θα είσαι στο ξενοδοχείο». Πάγωσε… «Δεν έχει να πας από αλλού;» … «Μπορείς να πας από την Αμφιθέας, αλλά εκεί μπορεί να σε σκοτώσει κανένας μεθυσμένος οδηγός. Γιατί όμως ανησυχείς;»
Και ξεκινάει…
«Μου είπε ο Νίκος, ότι στην διάβαση μαζεύονται τραβεστί και διάφοροι άλλοι τύποι της νύχτας. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω εγώ από τη διάβαση. Θα με πηδήξουν σίγουρα.»
«Έλα μωρέ. Πώς κάνεις έτσι. Εγώ έχω περάσει και δεν έγινε τίποτα».
«Ξέρεις τι έπαθε ένας φίλος στη Θεσσαλονίκη; Πήγε σε ένα μπαρ, ήπιε το καταπέτασμα και μετά ψώνισε μια γκόμενα με ένα φοβερό μίνι. Την πήγε βόλτα, άρχισαν τα φιλιά και όταν πήγε να χουφτώσει, αντί να πιάσει αυτό που νόμιζε, έπιασε τη συκωταριά.»
«Θα σε πάμε εμείς»…
