Μικροδιηγήματα (52)…
Ζαχαρίας Παπαντωνίου…Ὁ μετανάστης
O ΓΙΑΝΝΗΣ ἦταν τριῶν χρονῶν, ἀπ’ τὴ Μάνη. Ὁ Ἡρακλῆς δὲν εἶχε φτάσει ἀκόμη στὴν ἡλικία του, ὅταν ἔπνιξε τὰ φίδια. Μὰ κι ὁ Γιάννης στὰ τρία του χρόνια ἔκαμεν ὅ,τι μποροῦσε.
Ἕνα βράδυ ἡ γιαγιά του ἔβαλε τὶς φωνὲς στὸν κῆπο τοῦ Κλαυθμῶνος: «Οἱ Μασσῶνοι! τὸ Γιαννάκη! Τὸν πῆραν οἱ Μασσῶνοι! Γιάννη, Γιαννάκη!…»
Ἦταν μαυροντυμένη, κόρακας. Εἶχε κλάψει πολλοὺς δικούς της καὶ μ’ αὐτοὺς τὸν πατέρα καὶ τὴ μάννα τοῦ Γιαννάκη. Ὁ Γιαννάκης, τώρα, καταμόναχος, δὲν εἶχε παρὰ τὴν κυρούλα του νὰ τὸν χαϊδέψη ἢ νὰ τὸν δείρη. — Ἂν κάτσης φρόνιμα, τοῦ εἶπε μιὰ μέρα, θὰ σὲ πάω σ’ ἕνα μεγάλο κῆπο ποὺ θὰ ἰδῆς τὰ χίλια καὶ τὰ μύρια πουλιὰ καὶ τὰ δέντρα. Τὸν ἔφερε στὸν κῆπο τοῦ Κλαυθμῶνος. Καθὼς ἦταν καθισμένη στὸν πάγκο τοῦ κήπου μπάλωνε τὴ φτέρνα μιᾶς κάλτσας. Κ’ ἐνῶ συλλογιόταν τοὺς πεθαμένους της καὶ τὸ πράσινο κοιμητῆρι τοῦ χωριοῦ ποὺ τὸ ἤξερε δεντράκι γιὰ δεντράκι καὶ πέτρα γιὰ πέτρα, σὰ νὰ ἦταν τώρα δὰ ἐκεῖ καὶ νὰ περπατοῦσε μέσα, γυρίζει… καὶ δὲ βλέπει κανένα. Ὁ Γιαννάκης εἶχε χαθῆ. Χριστὸς καὶ Παναγιά! Γιαννάκη! Γιάννη… Τὸ βράδυ πλησίαζε, ὁ τροῦλλος τῶν Ἁγίων Θεοδώρων μαύριζε μέσα στὸν κόκκινο οὐρανὸ – ἡ χάρη τους. Γιάννη! Ἔχωσε μὲ ὁρμὴ τὴν κάλτσα μὲ τὴν κουβαρίστρα στὴν τσέπη της κ’ ἔτρεξε κουνῶντας τὰ χέρια ἀπὸ διαβάτη σὲ διαβάτη. Γιάννη! Ἕνας στρατιώτης ποὺ εἶχε προχωρήσει κ’ ἔψαχνε, εἶδε κάποιο μωρὸ νὰ τρέχη μὲ τὰ τέσσερα πρὸς τὴν ὁδὸ Σταδίου. Ἦταν αὐτός. Πιάστε τον! Τοῦ φώναξε νά σταθῆ. Ὁ Γιάννης ἔτρεχε. Τὸν κυνήγησε. Ἔτρεχεν ὁ Γιάννης. Τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὸ ροῦχο. Τοῦ γλίστρησεν ὁ Γιάννης. Τοῦ φώναζεν ἡ γριὰ κλαίγοντας: «Στάσου! Στάσου!» Στρατιῶτες καὶ πολίτες τὸν κυνηγοῦσαν. Ἐπὶ τέλους τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν ἔφεραν πίσω. Εἶχε τὸ δάχτυλο στὸ στόμα. — Κακοῦργε, τοῦ φώναξεν ἡ γριὰ καὶ τὸν τράβηξε μὲ ὁρμὴ ἀπάνω της, καθὼς κάθησε πάλι στὸ μπάγκο. Ἔπειτα τὸν γύρισεν ἀνάποδα, τοῦ σήκωσε τὸ ροῦχο καὶ φανερώνοντας τὴν περιοχὴ ἐκείνη τῶν παιδιῶν ποὺ δὲν ξέρει ἀριθμητική, ἐπειδὴ ποτέ, καθὼς λένε, δὲν θυμᾶται πόσες ξυλιὲς ἐμάζεψε, τοὔδωσεν ἐκεῖ ἀπάνω τέσσερες κοπανιστές, ποὺ τὶς μετροῦσε μεγαλόφωνα καὶ τὶς τέσσερες, καθὼς ὁ λαδᾶς τὶς τενεκεδιὲς τοῦ λαδιοῦ. — Νά! — Νά! — Νά! — Νά! Ὁ Γιάννης ἔφαγε καὶ τὶς τέσσερες μὲ μεγαλοπρέπεια, χωρὶς νὰ πῆ λέξη, μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους. — Ποῦ πήγαινες, κακοῦργε; Οἱ μεγάλες πράξεις δὲν ἔχουν ἀπολογία. Πήγαινε στὸ νέο κόσμο! Ἡ γιαγιά του τὸν εἶχε φέρει σ’ ἕναν κῆπο, ποὺ ὁ Γιάννης, χωρὶς καθόλου νὰ ξέρη τὴν πολιτική του ἱστορία, τὸν βρῆκε κῆπο θλιβερὸ καὶ κουτό. Παιδιὰ δὲν ἦταν ἐκεῖ γιὰ νὰ παίξη. Οὔτε πουλιά. Εἶδε μόνο μερικοὺς ξεσκισμένους καὶ κουτσοὺς νὰ ξύνωνται καθισμένοι στοὺς πάγκους ὥρα πολλή. Κοντὰ ἡ κυρούλα, μαύρη καθὼς ἡ νύχτα, καθὼς τὰ πηγάδια, καθὼς τὰ κοράκια, μὲ τὸ κεφάλι κρυμμένο στὴ μαντήλα της, συλλογιόταν τοὺς πεθαμένους της ποὺ κοιμοῦνται στὴ Νάξο, ἐνῶ μπάλωνε τὴν κάλτσα καὶ κάπου-κάπου φώναζε: «Ἐδῶ, Γιάννη! Μὴ φεύγεις ἀπ’ τὴν κυρούλα, Γιάννη!» Καὶ ξανασώπαινε ἡ γιαγιά, κι’ ἄκουγεν ὁ Γιάννης τὴ σιωπή της… Μόλις ὅμως πλησίασε τὸ βράδυ, ἔνιωσε κάπου ἐκεῖ κοντὰ χαρωπὸ βούϊσμα ἀπὸ τροχοὺς ἁμαξιῶν, πέταλα περήφανων ἀλόγων, πατήματα ἀνθρώπων… Ἦταν πίσω ἀπ’ τὸ μεγάλο σπίτι ποὺ λέγεται ὑπουργεῖο… Ἦταν, λέει, ἕνας μεγάλος δρόμος ποὺ λέγεται ὁδὸς Σταδίου… Τόσοι ἄνθρωποι δὲν πέρασαν ποτὲ ἀπ’ τὴ Μάνη. Οὔτε στὰ παραμύθια τῆς κυρούλας δὲν ἦταν τόσοι ἄνθρωποι… Μὰ τί νὰ γίνεται ἐκεῖ πίσω ἀπ’ τὸ μεγάλο ὑπουργεῖο; Αὐτὸς ὁ δρόμος θἆναι βέβαια γεμᾶτος παιγνίδια καὶ γλυκά. Θ’ ἁπλώνης καὶ θὰ παίρνης ἕνα κόκκινο φασουλῆ, ποὺ θὰ τὸν τρῶς ὕστερα, γιατὶ θἄχη ροσόλι μέσα, ἕνα κίτρινο πουλί, μιὰ μεγάλη δεκάρα. Ὅμως ἡ κυρούλα φωνάζει: «Ἐδῶ, Γιάννη! Μὴν παίζεις μακρυά, Γιάννη!» Ὁ Γιάννης ἔστησε τ’ αὐτί του ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ κύτταξε πρὸς τὰ κεῖ. Φῶτα εἶν’ ἀναμμένα. Θὰ περνᾶ ὁ βασιλιᾶς; Οἱ στρατηγοί; Ποιός ξέρει. Ἡ κυρούλα εἶναι σκυμμένη πάντα στὸ μπάλωμα. Ἡ μαύρη της μαντήλα τὴν ἐμποδίζει νὰ βλέπη ἄλλο ἀπὸ τὴν κάλτσα ποὺ μπαλώνει. Τώρα ἄρχισε καὶ τὸ μοιρολόγι καὶ κουνεῖ καὶ τὸ κεφάλι σιγοκλαίγοντας. Αὐτὲς τὶς στιγμὲς οἱ ἀποφασισμένοι ἄνθρωποι φεύγουν! Ὁ Γιάννης προχώρησε σιγά, βγῆκε ἀπ’ τὸν κῆπο κι’ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἔκαμε φτερά. Πάει στὸ μεγάλον κόσμο… Μὰ μόλις ἔφτασε στὴν ὁδό Σταδίου κ’ εἶδε πολλοὺς ἀνθρώπους νὰ περνοῦν κοντά του, νά! σὰν ἐδῶ ἴσα μὲ κεῖ, μόλις πρόφτασε νὰ ἰδῆ πὼς ἔχουν χρυσὲς καδένες κι ἀσημένια μπαστούνια, πρὶν ἀκόμα καλοκυττάξη πόσο γρήγορα οἱ ρόδες κυλοῦσαν καὶ πῶς τὰ τζάμια εἶχαν ἕνα σωρὸ κουτιὰ μὲ ζωγραφιές – ἡ κυρούλα ἔτυχε νὰ σηκώση τὸ κεφάλι ἀπ’ τὴν κάλτσα της κ’ ἔβγαλε μιὰ τέτοια φωνὴ ποὺ πιάστηκεν ὁ Γιάννης, ὁ μετανάστης! Δὲν εἶναι οἱ τέσσερες ξυλιὲς ποὔφαγε. Τόσο σφιχτὰ τοῦ κρατεῖ τὸ χέρι ἡ γιαγιὰ καθὼς τὸν πηγαίνει ἀπόψε σπίτι, ποὺ ὁ Γιάννης φοβᾶται μήπως δὲν μπορέσει νὰ κάμη ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ ἴδιο. Τάχα θὰ ξαναφτάση ἐκεῖ; Θὰ μπορέση νὰ τὸ σκάση δεύτερη φορά; Θὰ ξαναγγίξη τὸ μεγάλο κόσμο; Μὰ ἡ γριὰ τὸν κρατεῖ ἀπόψε γιὰ χρόνια. Ποιός ξέρει ποῦ θὰ τὸν κλείση γιὰ ν’ ἀκούη τὰ μοιρολόγια της καὶ νὰ βλέπη τὰ μπαλώματά της. «Ἐδῶ, Γιάννη! Μὴν παίζεις μακρυά, Γιάννη!» Ἡ γριὰ θὰ τὸν κρατάη δικό της, ὣς ποὺ νὰ μεγαλώση. Μπορεῖ νὰ τὸν ξαναπάη καὶ στὸ χωριό. Δὲ θὰ τὸν ἀφήση ἀπὸ δῶ καὶ πέρα νὰ βγαίνη ἀπ’ τὴν αὐλή. Ὁ Γιάννης νιώθει πὼς δὲν εἶναι μοναχός του. Τοῦ φαίνεται, καθὼς τόν πᾶνε σπίτι, πὼς ὅλοι οἱ πεθαμένοι ἀπ’ τὸ χωριὸ ἦρθαν καὶ τὸν τραβοῦν ἀπ’ τὸ ροῦχο μήπως φύγη – καὶ τοὺς ξεχάση!
Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι, 1977 – Ἀθήνα, 1940). Πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, δοκίμιο, παιδικὴ λογοτεχνία, δημοσιογραφία. Διετέλεσε πρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης. Πρῶτο του βιβλίο: Πολεμικὰ τραγούδια (ποίηση, 1898). Ἄλλα ἔργα του: Διηγήματα (1927), Ἅγιον ὅρος (1934).
Αναδημοσίευση; https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/categor
