Φρέσκα

Στην κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα

Αδημοσίευτο κείμενο από το προσωπικό Αρχείο της ΕΛΕΝΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Το φορτηγάκι σήκωσε με ευκολία το μικρό νοικοκυριό από το Κατσιπόδι με προορισμό το Μπραχάμι. Σπίτι καινούργιο για τη μάνα μου, από τη γιαγιά Ματρώνη. Χτισμένο με τα χίλια βάσανα, με τη Μανιάτισσα γιαγιά να δουλεύει μπετατζής με το ντενεκέ στον ώμο, δύο δωμάτια και κουζίνα, καμπινές εξωτερικός και αυλή. Φθινόπωρο του ’65. Η μέρα ήταν όμορφη και ο ήλιος ζεστός. Ο θείος Αρτέμης, ο γυψαδόρος, μόλις γύρισε στο σπίτι απ’ τη δουλειά.

– Γεια σου αδερφή, λέει στη μάνα μου. Είπα να περάσω από δω, πού να πηγαίνω τώρα στο Κατσιπόδι.

– Καλά έκανες, είπε η μάνα μου και ετοίμασε το τραπέζι.

Καθόμουνα μαζεμένη σε μια γωνιά. Το απόγευμα, είχε ο Γέρος συγκέντρωση στην Ομόνοια. Εγώ, τσιμουδιά. Έφαγα τα αυγά με τις πατάτες, έβαλα τη μαύρη ποδιά και ξεκίνησα για το Γυμνάσιο. Φεύγοντας, με κοιτάζανε όλοι με υποψία. Ένιωθα πάντα το καχύποπτο βλέμμα τους να με ακολουθεί, χρόνια πολλά αργότερα – και ένας τρόμος με μούδιαζε από την κορφή ως τα νύχια.

– Άντε και κοίτα να μην αργήσεις όταν σχολάσεις, γιατί αλλοίμονό σου!

Έφυγα. Η απειλή κρεμόταν πάνω απ’ το κεφάλι μου. «Θα πάω» είπα μέσα μου. «Θα πάω κι ό,τι γίνει…»

Έφτασα στο σχολείο και μπήκα στο μάθημα. Η πρώτη ώρα πέρασε βασανιστικά. Άλγεβρα. Τη δεύτερη, το ’σκασα.

Κόσμος, χιλιάδες κόσμος μαζεμένος στη μεγάλη πλατεία. Δε φοβόμουνα τους μπάτσους με τα ρόπαλα, όσο φοβόμουνα μη με έχει παρακολουθήσει η μάνα μου, ή κανένας Μανιάτης μπάρμπας.

Βρήκα την παρέα. Ο Τάκης, η Μίλλυ, η Κική.

  • Τι έγινε ρε, το ’σκασες;
  • Το ’σκασα…
  • Κι εγώ.

Πιαστήκαμε απ’ το χέρι και σε λίγο μας είχαν συνεπάρει τα συνθήματα. Φωνάζαμε. Δε θυμάμαι πια τι φωνάζαμε. Τα συνθήματα ήταν o χείμαρρος, το ξέσπασμα, η ελευθερία της αλυσοδεμένης ζωής μας. Ξέραμε πως το βράδυ μας περιμένει η παράγκα και το πισσόχαρτο. Μας περιμένει η μάνα μας, σκυφτή και κουρασμένη, που θα ξέσπαγε – πού αλλού; – επάνω μας. Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι θα πει το 1-1-4. Τι θα πει κρατικός προϋπολογισμός και 15% για την Παιδεία. Αλλά φώναζα. Ήμουνα δεκατέσσερα και ήθελα να ζήσω. Ήταν Ιούλιος του 1965. Ο κόσμος κάθε μέρα ξεχυνόταν στους δρόμους, μαζί τους κι εμείς… Κάπου στην πορεία, έχασα το χέρι της Μίλλυς που κράταγα σφιχτά, έπεσε άγριο σπρωξίδι, ο Τάκης και η Κική ούτε ξέρω πού χαθήκανε. Ήταν μια μεγάλη συγκέντρωση στα Προπύλαια, με σημαίες, λάβαρα, πανό. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να περπατάω ανάμεσα στο πλήθος, σαν να βάδιζα πάνω σε τρικυμισμένη θάλασσα, για την οδό Κοραή… ή μήπως ανεβαίναμε την Πανεπιστημίου προς το Σύνταγμα; Δεν είχα καταλάβει. Κάποια γυναίκα φώναζε ότι στη Σταδίου ρίχνουν αέρια… Πανικός. Μπάτσοι παντού με γκλομπς και κλωτσοπατινάδα. Πώς τα κατάφερα και δεν έφαγα ούτε μία γκλομπιά, ούτε αυτό μπόρεσα να το καταλάβω. Ήταν το καλοκαίρι του 1965. Το καλοκαίρι που συγκλόνισε την Ελλάδα. Και ήμουν 14 χρονών. Ήταν τότε που ο γερο-Παπανδρέου ζητούσε εκλογές και η Αθήνα πένθησε σύσσωμη τον Σωτήρη Πέτρουλα.