Φρέσκα

Χ.Α. Χωμενίδη…«Ο φοίνικας»

❀❀❀❀❀❀❀

της Σοφίας Πλεξίδα

 

«Να μαραζώνεις κι ύστερα να καυλώνεις!»

Ο Φοίνικας είναι το πουλί που καίγεται από την ίδια του τη φωτιά και την ίδια στιγμή
ξαναγεννιέται από τις στάχτες του. Τέτοια είναι και η πρόθεση του συγγραφέα, πρόθεση που
αποκρυσταλλώνεται στη μορφή του Πάρη Κερκινού. Ο Φοίνικας του Χρήστου Χωμενίδη συνιστά
μια ωδή στην καταλυτική δύναμη της ισοπέδωσης και την ζωογόνο δύναμη της αναγέννησης, μέσα
από τις απρόβλεπτες διαδρομές του βίου και τις τυχαιότητες του. Το τραύμα επουλώνεται και
μετουσιώνεται σε παράσημο επιβίωσης κι αναθεώρησης του βίου, χωρίς να επιχειρείται από τον
συγγραφέα μια καλλιέργεια “αισθητικής του τραύματος”, αλλά ανάστροφα μια πρόταση
“τραυματικής αισθητικής”, που προκύπει μέσα από τον πόνο και την βαθιά συνειδητοποίηση του
κεντρικού ήρωα.
Ένα μυθιστόρημα βασισμένο στον έρωτα του Άγγελου Σικελιανού και της Εύας Πάλμερ
απαγκιστρωμένο όμως από τη στείρα και δουλική παράθεση των ιστορικών γεγονότων.
Προσωπικότητες της περιόδου αναμειγνύονται ευφάνταστα με καθαρά μυθιστορηματικές φιγούρες,
που καθηλώνουν τον αναγνώστη, δίνοντας του την εντύπωση πως πρόκειται για πραγματικά
πρόσωπα. Ξεφυλλίζοντας τον Φοίνικα ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με “φέτες ζωής”, που όμως
συνταιριάζονται αριστοτεχνικά με ιστορικά ορόσημα της Ελλάδας, όπως η Μικρασιατική
Καταστροφή, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η κρητική εξέγερση του 1897. Τα τοπία εναλάσσονται. Η
Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα παραδίδει τη σκυτάλη στην βουκολική Πάρνηθα, την
κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη, το μαγευτικό Πήλιο και τους εκστατικούς Δελφούς. Μέσα από τις
σελίδες του βιβλίου συντελείται μια χωροχρονική μετακίνηση με όχημα τη ζωή του κεντρικού
ήρωα, του ποιητή Πάρη Κερκινού.

Ο Πάρης Κερκινός έχει σμιλευτεί από τον συγγραφέα με τα τέσσερα στοιχεία της φύσης.
Ποιητική και γήινη μορφή συνάμα. Πατά αποφασιστικά στη γη, κινείται σαν αερικό, πυροδοτεί
ριζοσπαστικές ιδέες και κυλά μέσα στη ζωή σαν γάργαρο και καθαρό νερό, που ξεδιψά όποιον
βρεθεί στο διάβα του. Ο ποιητής που έχει φτιάξει ο Χωμενίδης είναι ο ορισμός του ποιητή, αφού
δεν αναλώνεται σε κούφιες θεωρίες και βερμπαλιστικά πυροτεχνήματα, αλλά “ποιεί” την ίδια τη
ζωή με έναν τρόπο ξεχωριστό, πρωτόγονο, μυσταγωγικό και σχεδόν αφελή. Η τέχνη του, αποτελεί
εκσπερμάτωση των ηδονών και οδυνών, που πριν έχει ο ίδιος γευτεί, και με αθώα πρόθεση –
ανάγκη, εγκλωβίζει στους στίχους του.
Αν και ο κεντρικός ήρωας δεσπόζει, εντούτοις οι χαρακτήρες που τον περιστοιχίζουν ξεχωρίζουν
επίσης για την ιδιαιτερότητα που κουβαλά ο καθένας τους και την επίδραση που ασκούν σε αυτόν.
Άλλοτε λειτουργούν σαν βαριά σκιά – όπως ο βιολογικός πατέρας του Ζήσιμος Μπούας, που
συνιστά μια γνώριμη αλλά ταυτόχρονα σκαιά μορφή αρχοντοτσιφλικά-σωτήρα της Αρβανιτιάς –
άλλοτε σαν απάγκειο στις φουρτούνες του και πυρσός στα σκοτάδια του – όπως η αδερφή του
Ηλέκτρα και η γυναίκα του Ήβη Σπρίνγκφιλντ – άλλοτε σαν βαλβίδα απελευθέρωσης ταπεινών
ενστίκτων και παθών, όπως η “αφράτη” και ζουμερή Μπεάτα και ο εθνικός ποιητής, και τέλος σαν
κυνικός αντικατοπτρισμός του, όπως η μικρή του κόρη Ελένη.
Παρ’όλα αυτά ορόσημο του βιβλίου αποτελεί μάλλον η “διονυσιακή ορμή” που κυοφορεί ο
ήρωας και που τελικά θα κορυφωθεί μέσω της οργάνωσης ενός ρηξικέλευθου και ταυτόχρονα
οικουμενικού οράματος, αυτού των Δελφικών εορτών. Σε αυτό το σημείο ο Χωμενίδης αποδεικνύει
για ακόμη μια φορά πόσο άρτια δύναται να συγκεράσει το λαογραφικό στοιχείο με το “αρχαίο
πνεύμα αθάνατο”. Η μαεστρία όμως του συγγραφέα δεν ολοκληρώνεται εκεί. Μέσα από την
παρουσίαση των προετοιμασιών της ιδέας αυτής στηλιτεύεται υπόρρητα η υποχώρηση – ελέω
κέρδους – της αυθεντικότητας των ανθρώπων της υπαίθρου και η άνοδος του φολκλορισμού,
αποκαλύπτεται η αδυναμία συνένωσης του μακρινού κι ένδοξου παρελθόντος με το φιλόδοξο –
αλλά παρ’ όλα αυτά υποκριτικό – παρόν, ξεσκεπάζονται χαρακτηριστικά του ελληνικού λαού όπως
ο πουριτανισμός, η επιφυλακτικότητα προς καθετί διαφορετικό και καινούργιο και η δουλική
προσήλωση στο ίδιον όφελος, στοιχεία διχαστικά και καταστροφικά συνάμα.
Η γλώσσα και το ύφος του βιβλίου βυζαίνουν από δυο μαστούς, ιδιότυπο και ξεχωριστό στοιχείο
της γραφής του Χωμενίδη, αυτόν των λαϊκών εκφράσεων και αυτόν της λόγιας έκφρασης και της
ευφάνταστης χρήσης των σχημάτων λόγου. Οι εναλλαγές στην γραφή και το ύφος συνιστούν μια
αποκρυστάλλωση και της ίδιας της φύσης του ήρωα του έργου και ταυτόχρονα την αποκάλυψη του
ίδιου του νοήματος και της σύστασης του βίου. Ο Χωμενίδης καταφέρνει κάθε φορά να παραδώσει
μια ιστορία που τέρπει, προβληματίζει, ανακουφίζει και συν τω χρόνω αφυπνίζει.
Ο Φοίνικας είναι ένα βιβλίο που υπενθυμίζει στον αναγνώστη πως κάθε τέλος σηματοδοτεί μια
νέα αρχή και πως ο ρομαντισμός και η πίστη σε ανώτερες ιδέες και ιδανικά μπορεί να καταστούν οι
κραταιότερες δυνάμεις για ζωή, δημιουργία και φαντασία. Ο ήρωας εγκαταλείπει τη σκηνή και
κινείται προς τα παρασκήνια από τα οποία θα εξέλθει πάλι, για μια νέα παράσταση – όπως ακριβώς
αναγεννάται κι ο Φοίνικας – ψιθυρίζοντας στον αναγνώστη «Να μαραζώνεις κι ύστερα να
καυλώνεις!»

Ο Χρήστος Χωμενίδης φωτογραφημένος για την Popaganda τον Ιούνιο του 2014

 

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.