Φρέσκα

7,99€

Σαπρίκης Χρίστος


~~~

Στη μαμά αρέσουν πολύ τα φωτάκια. Της αρέσει να κάθεται στην αυλή καθώς βραδιάζει
και να βλέπει
τα κρεμασμένα στο υπόστεγο ηλιακά φαναράκια,
τα φωτισμένα δέντρα αριστερά και δεξιά από το πλακόστρωτο δρομάκι που οδηγεί στο σπίτι.
Τα βλέπει, χαμογελάει και ρωτάει κάθε φορά:

– Μα πώς δουλεύουν χωρίς ρεύμα;

– Μαμά μαζεύουν ήλιο όλη τη μέρα, τον κάνουν ρεύμα και το χρησιμοποιούν το βράδυ.

– Πώς το κάνουν αυτό;

~~~

Κάθε καλοκαίρι όλο και κάποιο φαναράκι έμπαινε στο σπίτι.
Είτε γιατί χάλασε ένα παλιότερο, είτε για να φωτίσει τον κήπο ή μια σκοτεινή γωνία…
…και φέτος:

– Αφού σου αρέσουν τόσο πολύ θα βάλω και μια σειρά από φωτάκια στη σίτα στον δρόμο.

– Θα το πάρουν οι τσιφτιλήδες παιδί μου εκεί.

– Ποιος θα το πάρει βρε μαμά 7-8€ κάνει!

~~~~

Κάποια στιγμή η ηλιακή γιρλάντα με τα λεντάκια αγοράστηκε από τα Τζάμπο,
παιδεύτηκα να την τοποθετήσω,
ήταν και η μπερδεμένη κληματαριά που έπεφτε πάνω στον φράχτη,
βάλε και τις σφήκες που βούιζαν θυμωμένες κάθε φορά που κουνούσα τα τσαμπιά,

– Φόρεσε το καπέλο σου! Τι κάνεις τόση ώρα στον ήλιο;

αλλά τελικά μπήκε
και η αυλή το βράδυ πήρε άλλη όψη.

– Σαν παλάτι έγινε το σπίτι. Έλεγε όλο καμάρι η μαμά για να ρωτήσει πάλι.

– Καλά, από πού παίρνουν ρεύμα;

~~~

Η γιρλάντα κρεμάστηκε κάπου στα μέσα του καλοκαιριού,
η μαμά καμάρωνε…
…μέχρι που πριν λίγο καιρό ένα βράδυ στο τηλέφωνο:

– Παιδί μου γιατί δεν ανάβουν τα λαμπάκια στον φράχτη;

για να επανέλθει την επομένη:

– Δεν είναι τα φωτάκια εκεί. Κάποιος τα πήρε!

~~~

Τον/την φαντάζομαι το βράδυ να προσπαθεί να ξετυλίξει το καλώδιο από τα σύρματα και τις κληματσίδες,
να κοιτάζει δεξιά και αριστερά μήπως και έρθει κάποιος και τον/την δει
για να πάρει τελικά μια σειρά από λεντάκια των 7,99€. (Ευτυχώς που το βράδυ δεν υπάρχουν σφήκες για να κινδυνέψει να τσιμπηθεί.)
Τον/την φαντάζομαι
και στο μυαλό μου έρχονται οι στίχοι του τραγουδοποιού:

«Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις.
Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο,
αχ, οι Έλληνες !»[1]

~~~

– Μη στεναχωριέσαι μαμά. Θα βάλουμε καινούρια μόλις ξανάρθουμε στο χωριό.


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Κωλοέλληνες, Το κούρεμα, 1989

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.